Το ιστολόγιο του P2P Foundation

ΥΠΟ ΑΝΑΝΕΩΣΗ/ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ


  • Εγγραφή

  • Archive for 'Ελλάδα & Ομότιμο Κίνημα'

    Η μάχη για τα κοινά αγαθά

    photo of Γιώργος Παπανικολάου

    Γιώργος Παπανικολάου
    21st March 2013


    Το άρθρο του Στέφανο Ροντοτά (που είναι ομότιμος καθηγητής του Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης La Sapienza) δημοσιεύτηκε στην περιοδική επιθεώρηση Italianieuropei και σε ελληνική μετάφραση από τον Θανάση Γιαλκέτση στην εφημερίδα των συντακτών.

    —————————–

    Τον Οκτώβριο του 1847, τέσσερις μήνες πριν από τη δημοσίευση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» του Μαρξ, ο Αλεξίς ντε Τοκβίλ έριχνε ένα προφητικό βλέμμα στο μέλλον γράφοντας: «Πολύ σύντομα η πολιτική πάλη θα διεξάγεται μεταξύ εκείνων που κατέχουν και εκείνων που δεν κατέχουν. Το μεγάλο πεδίο της μάχης θα είναι η ιδιοκτησία και τα κύρια ζητήματα της πολιτικής θα περιστρέφονται γύρω από τις λιγότερο ή περισσότερο βαθιές τροποποιήσεις που πρέπει να γίνουν στο δικαίωμα των ιδιοκτητών».

    Αυτή η πάλη συνεχίστηκε αδιάκοπη και το πεδίο της μάχης, που για τον Τοκβίλ ήταν ουσιαστικά εκείνο της γαιοκτησίας, διευρύνθηκε βαθμιαία. Σήμερα είναι κυρίως τα κοινά αγαθά –από το νερό ώς τον αέρα και ώς τη γνώση- εκείνα που βρίσκονται στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης αληθινά πλανητικής, για την οποία μιλούν οι καθημερινές ειδήσεις, επιβεβαιώνοντας τον ευθέως πολιτικό χαρακτήρα της, και η οποία δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στο παραδοσιακό σχήμα της σχέσης μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

    Μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν διεξάγεται ένας αληθινός πόλεμος του νερού. Το ισλανδικό Κοινοβούλιο αποφάσισε ότι το Ιντερνετ πρέπει να είναι τόπος ολικής ελευθερίας. Νέες λέξεις διατρέχουν τον κόσμο: ελεύθερο λογισμικό, ελεύθερη πρόσβαση στο νερό, την τροφή, τα φάρμακα, το Ιντερνετ και αυτές οι διάφορες μορφές πρόσβασης παίρνουν τη μορφή των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Διάφορες χώρες, για παράδειγμα, έχουν ήδη αναγνωρίσει το δικαίωμα πρόσβασης στο Ιντερνετ ως θεμελιώδες δικαίωμα του προσώπου.

    Αυτά τα παραδείγματα, μεταξύ πολλών άλλων που θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, μας υποδεικνύουν στοιχεία συνέχειας και ασυνέχειας σε σχέση με την ανάλυση του Τοκβίλ. Καθώς αναφερόταν στη γη, αυτή η ανάλυση προέβλεπε το γεγονός της σπάνεως, το πρόβλημα ότι η γη δεν επιδέχεται «ανταγωνιστικές» χρήσεις. Και η σπάνις παραμένει για ζωτικά αγαθά όπως το νερό. Προφανώς διαφορετική είναι η κατάσταση άλλων αγαθών, όπως η γνώση, η οποία στο Διαδίκτυο δεν παρουσιάζει το φυσικό χαρακτηριστικό της σπάνεως και επιδέχεται επομένως «μη ανταγωνιστικές χρήσεις», με την έννοια ότι ένα ίδιο «τμήμα γνώσης» μπορεί να είναι την ίδια στιγμή αντικείμενο πρόσβασης και αξιοποίησης από μέρους πολλών υποκειμένων (…). Ακριβώς επειδή το θέμα των κοινών αγαθών είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του καιρού μας, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς έναν ανανεωμένο θεωρητικό και πολιτικό στοχασμό.

    Χρειάζεται, για παράδειγμα, να απελευθερωθούμε από απλουστευτικές προβολές σε εκείνη την κατηγορία οικονομικών σχημάτων που αναφέρονται στο δυαδικό μοντέλο: κρατική ή ατομική ιδιοκτησία. Χρειάζεται επίσης να θυμηθούμε αυτά που έγραψαν στη δεκαετία του 1930 ο Berle και ο Means για το σχίσμα ανάμεσα σε ιδιοκτησία και έλεγχο, εντοπίζοντας στον τελευταίο την «ουσιαστική» ιδιοκτησία. Μια ιδιότητα του αγαθού που πρέπει να εξετάζεται είναι η ικανότητά του να ικανοποιεί συλλογικές ανάγκες και να καθιστά δυνατή την υλοποίηση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Τα κοινά αγαθά ανήκουν σε όλους και σε κανένα, με την έννοια ότι όλοι πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά και κανείς να μην μπορεί να επικαλείται αποκλειστικές αξιώσεις.

    Η διαχείρισή τους πρέπει να εμπνέεται από την αρχή της αλληλεγγύης. Ενσωματώνουν τη διάσταση του μέλλοντος και επομένως πρέπει να τα διαχειριζόμαστε και προς το συμφέρον των μελλοντικών γενεών. Με αυτή την έννοια είναι αληθινά «κληρονομιά της ανθρωπότητας» και κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι σε θέση να τα υπερασπίζεται ακόμα και προσφεύγοντας σε δικαστική συνδρομή για την προστασία ενός αγαθού που είναι μακρινό από τον τόπο στον οποίο ζει. Μπροστά μας διαγράφεται ο μεγάλος αγώνας για την κατανομή της εξουσίας. Ενας μεγάλος μελετητής, ο Καρλ Βιτφόγκελ, περιέγραψε τον ανατολικό δεσποτισμό και μέσα από την οικοδόμηση μιας «υδραυλικής κοινωνίας», η οποία καθιστούσε δυνατό έναν αυταρχικό έλεγχο της οικονομίας και των προσώπων. Δημόσιες και ιδιωτικές εξουσίες ανταγωνίζονται ακόμα και σήμερα για τη διαχείριση ενός σπάνιου και πολύτιμου πόρου, όπως το νερό, και ενός άφθονου και εξίσου πολύτιμου πόρου, όπως η γνώση.

    Απέναντι στους νέους δεσποτισμούς υψώνεται η μη ιδιοκτητική λογική των κοινών αγαθών, το «αντίθετο της ιδιοκτησίας», όπως την όρισε μια αμερικανική έρευνα πριν από μερικά χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι ένα αγαθό όπως το νερό δεν μπορεί να θεωρείται εμπόρευμα που πρέπει να παράγει κέρδος. Σημαίνει επίσης ότι η γνώση, αυτό το «παγκόσμιο κοινό αγαθό», δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο ιδιοκτητικών «φραγμών», επαναλαμβάνοντας στον καιρό μας την υπόθεση που, στον 17ο και 18ο αιώνα, στην Αγγλία, οδήγησε στην περίφραξη των καλλιεργήσιμων γαιών, αποσπώντας τες από την κοινή κάρπωση και αποδίδοντάς τες σε μεμονωμένους ιδιοκτήτες.

    Για να δικαιολογήσουν εκείνη την υπόθεση χρησιμοποίησαν το επιχείρημα της ανάπτυξης της παραγωγικότητας της γης. Σήμερα όμως η νέα, απέραντη, κοινή περιοχή της γνώσης, που είναι προσβάσιμη μέσω του Ιντερνετ, δεν μπορεί να γίνει ο στόχος μιας άμετρης επιθυμίας που θέλει να τη μετατρέψει από απεριόριστο πόρο σε σπάνιο πόρο, με βαθμιαίες περιφράξεις που θα επιτρέπουν την πρόσβαση μόνο σε όποιον είναι διατεθειμένος να πληρώσει και είναι σε θέση να το κάνει.

    Ετσι τα κοινά αγαθά μας λένε ότι ο κόσμος δεν μπορεί να υποταχθεί στη λογική της αγοράς, υποδεικνύουν ένα όριο, φωτίζουν μια νέα πλευρά της βιωσιμότητας, που δεν είναι μόνον εκείνη που επιβάλλεται από τους κινδύνους της άκριτης κατανάλωσης των φυσικών αγαθών (αέρας, νερό, περιβάλλον), αλλά και εκείνη που συνδέεται με την αναγκαιότητα να αντιταχθούμε στην αφαίρεση από τα πρόσωπα των ευκαιριών που προσφέρει η επιστημονική και τεχνολογική ανανέωση. Διαφορετικά θα επαληθευόταν η προφητεία σύμφωνα με την οποία «η τεχνολογία ανοίγει τις πόρτες, αλλά το κεφάλαιο τις κλείνει». Και αν όλα πρέπει να ανταποκρίνονται αποκλειστικά στα κριτήρια της οικονομικής ορθολογικότητας, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια διάβρωση των ηθικών βάσεων της κοινωνίας.

    Επειδή τα κοινά αγαθά ξεφεύγουν από τη λογική της αποκλειστικής χρήσης και αντίθετα καθιστούν φανερό ότι το χαρακτηριστικό τους είναι το ότι τα μοιραζόμαστε με τους άλλους, εκδηλώνονται με νέα δύναμη ο κοινωνικός δεσμός και η δυνατότητα συλλογικών πρωτοβουλιών. Η έννοια του «μέλλοντος», η οποία έχει εξαλειφθεί από το μυωπικό βλέμμα που βλέπει μόνο το βραχυπρόθεσμο, επιβάλλεται από την αναγκαιότητα να εγγυηθούμε τη διατήρηση των κοινών αγαθών μέσα στον χρόνο.

    Επανέρχεται το θέμα της «ισότητας», επειδή τα κοινά αγαθά δεν ανέχονται διακρίσεις στην πρόσβαση παρά μόνο με το τίμημα μιας δραματικής πτώσης σε διαιρέσεις που προδιαγράφουν μια κοινωνία με κάστες. Γύρω από τα κοινά αγαθά επαναπροτείνεται έτσι το ζήτημα της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων κάθε προσώπου.

    Posted in Γνωστικός Καπιταλισμός, Ελεύθερη Πρόσβαση, Ελλάδα & Ομότιμο Κίνημα, Κοινά (Commons), Οικονομία, Ομότιμη Θεωρία, Ομότιμη Ιδιοκτησία, Πολιτική | No Comments »

    Η ανατρεπτική επικαιρότητα των “κοινών”

    photo of Βασίλης Κωστάκης

    Βασίλης Κωστάκης
    15th March 2013


    Άρθρο του Γιώργου Παπανικολάου από το 10ο τεύχος της εργατικής εφημερίδας Δράση:

    Υπάρχουν σημαντικοί λόγοι για τους οποίους η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται ολοένα και περισσότερο γύρω από την φαινομενικά νέα έννοια των “κοινών” αγαθών. Πρώτα, η ανάδυση των ψηφιακών κοινών αγαθών που υπενθύμισαν στους πολίτες των δυτικών κοινωνιών την αξία του μοιράσματος. Έπειτα οι επιθετικές περιφράξεις των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που στέρησαν εκατομμύρια πολίτες σε όλο τον κόσμο από πρόσβαση σε βασικά αγαθά αλλά και η προφανής ανεπάρκεια ενός συστήματος βασισμένου στο κέρδος να διαχειριστεί την καταστροφή της βιόσφαιρας. Τέλος, η κατάρρευση του κρατικού με κεντρικό σχεδιασμό μοντέλου της οικονομίας και η απαξίωση του νεοφιλελευθερισμού με την κρίση του 2008.

    Τα κοινά αγαθά αφορούν ανθρώπινες, παραγωγικές σχέσεις. Είναι ο τρόπος που οργανώνεται η παραγωγή, η οικειοποίηση ή η διαχείριση που κάνει τα αγαθά “κοινά” και όχι η φυσική τους υπόσταση. Περιλαμβάνουν μια οικολογία οργανωτικών μορφών που ποικίλλουν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Αν κάτι χαρακτηρίζει την έννοια των κοινών αγαθών είναι η ποικιλότητα και ο πλουραλισμός. Η πληθώρα των διευθετήσεων, καθορίζεται από τη φύση τους, το επίπεδο της τεχνικής και προπαντός την ιστορία και τον πολιτισμό των κοινωνιών στις οποίες απαντώνται. Κοινό τους χαρακτηριστικό αποτελεί η δυνατότητα του ατόμων να έχουν πρόσβαση στην χρήση του πόρου μέσα από ένα πλέγμα συλλογικών σχέσεων και διακανονισμών που δεν εμπλέκουν την αγορά, ούτε χαρακτηρίζονται από ασυμμετρία δύναμης που βασίζεται στην ιδιοκτησία. Σε αντίθεση με την ατομική ιδιοκτησία, κανείς δεν μπορεί να επιβάλει στον άλλο τους δικούς του κανόνες στην χρήση του πόρου και οι κανόνες προκύπτουν μέσα από τη συλλογική διαβούλευση και δράση. Θεσμικά, χαρακτηρίζονται στην καλύτερη περίπτωση από νομικές μορφές συλλογικής ιδιοκτησίας ενώ πολλές φορές οι κανόνες διακυβέρνησης είναι εθιμικοί. Η επικράτηση των μορφών της ατομικής και της κρατικής ιδιοκτησίας και η επέκταση των αγορών εκτόπισε σταδιακά κληροδοτημένους από το παρελθόν θεσμούς κοινής ιδιοκτησίας και διαχείρισης.

    Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ταξινομήσει κανείς τα κοινά αγαθά όπως, για παράδειγμα, η κλίμακα αναφοράς: τοπικά (πχ κοινοτικές πηγές νερού, κοινοτικά βοσκοτόπια) περιφερειακά, εθνικά (δρυμοί, ψαρότοποι, ηλεκτρομαγνητικό φάσμα) ή ακόμα και παγκόσμια (το αίτημα για τη διαχείριση της ατμόσφαιρας σαν παγκόσμιο κοινό αγαθό). Η μεγάλη κλίμακα αυξάνει την οργανωτική πολυπλοκότητα και μπορεί να απαιτεί αντιπροσωπευτικά σχήματα διακυβέρνησης.

    Μια άλλη σημαντική διάκριση είναι αυτή μεταξύ των ανταγωνιστικών και μη ανταγωνιστικών αγαθών που συνήθως βρίσκονται σε αφθονία. Για παράδειγμα τα ψηφιακά αγαθά και η πληροφορία στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες έχουν σχεδόν μηδενικό κόστος διανομής και αναπαραγωγής. Η χρήση τους από κάποιον δεν τα στερεί από τους άλλους, ούτε περιορίζει τα δικαιώματά τους καθιστώντας τον μεταξύ μας ανταγωνισμό ανούσιο. Η οργάνωση της κοινοκτημοσύνης και της κοινής διαχείρισης είναι τεχνικά εφικτή αλλά προσκρούει στο παρωχημένο και οπισθοδρομικό καθεστώς της πνευματικής ιδιοκτησίας.

    Οι φυσικοί πόροι μπορεί να είναι ανανεώσιμοι ή πεπερασμένοι γεγονός που καθορίζει τους θεσμούς διακυβέρνησης και τους κανόνες της διανομής. Μπορεί να υπάρχει μια σαφώς καθορισμένη ομάδα οικειοποιητών ή τα αγαθά να είναι ανοικτά για όλους.

    Η διάκριση ανάμεσα σε κοινά αγαθά που μπορούν να αναπαράγονται κοινωνικά με σχετική αυτονομία εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητά προς όφελος των μελών της κοινότητας και σ’ αυτά που είναι συμβατά ή μπορούν να λειτουργούν στα πλαίσια της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου έχει απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση, με κάποιους να επιχειρηματολογούν ότι τα δεύτερα θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο αντίστασης και άλλους να υποβαθμίζουν τη σημασία αυτής της διάκρισης, επισημαίνοντας ότι σε συνθήκες ηγεμονίας της καπιταλιστικής οικονομίας είναι σχεδόν κατά κανόνα υβριδικά.

    Από την αγορά και το κράτος στη συλλογική αυτοδιαχείριση

    Μελετώντας κυρίως τη διαχείριση φυσικών πόρων, η βραβευμένη με νόμπελ οικονομίας Έλινορ Όστρομ επισήμανε μερικές από τις γενικές αρχές σχεδιασμού που χαρακτήριζαν τους επιτυχημένους και μακροβιότερους θεσμούς συλλογικής διαχείρισης. Ανάμεσα σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται τα ξεκαθαρισμένα όρια του πόρου και των οικειοποιητών του, η συμμετοχή των ατόμων που επηρεάζονται από τους κανόνες στην τροποποίησή τους, αλλά και η ύπαρξη μηχανισμών επιτήρησης και επίλυσης διαφορών όπως και κλιμακούμενων κυρώσεων για τους παραβάτες. Αξιοσημείωτη είναι η επισήμανση της σημασίας της ελάχιστης αναγνώρισης του δικαιώματος αυτοοργάνωσης από τις εξωτερικές διοικητικές αρχές, δηλαδή του δικαιώματος οι οικειοποιητές να επινοούν τους δικούς τους θεσμούς χωρίς αυτοί να αμφισβητούνται από την εξουσία[1].

    Τα κοινά αγαθά είναι μια τόσο παλιά πραγματικότητα όσο και οι ανθρώπινες κοινωνίες. Ανήκουμε ιστορικά στις γενιές που βομβαρδίστηκαν από τα ιδεολογήματα των υποστηρικτών της αγοράς και δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός οικοδομήθηκε και στηρίζεται διαχρονικά στα κοινά αγαθά. Μπορεί ωστόσο να αποτελούμε στην πραγματικότητα τις γενιές που πιεσμένες από την ανάγκη της επιβίωσης δεν έχουν άλλη επιλογή από το να “επανεφεύρουν” τα “κοινά” αγαθά .

    Το δίπολο κράτος ή αγορά μονοπώλησε τον πολιτικό ανταγωνισμό για δεκαετίες χωρίς στην πραγματικότητα να προσφέρει μια ουσιαστική εναλλακτική για τις εκμεταλλευόμενες τάξεις. Τα κοινά αγαθά μας υπενθυμίζουν ότι οι άνθρωποι μπορούν να αυτοοργανωθούν και να επιλύσουν με αποτελεσματικότητα ζητήματα παραγωγής και αναπαραγωγής, προβάλλοντας έτσι μια τρίτη εναλλακτική που μπορεί να δώσει λύσεις στην καταστροφή της βιόσφαιρας και την κοινωνική ανισότητα. Υπόσχονται ένα νέο αξιακό σύστημα και μια οικονομία βασισμένη στις ανάγκες, την συλλογικότητα και την συνεργασία. Τα επόμενα χρόνια οι συγκρούσεις θα επικεντρώνονται ολοένα και περισσότερο στη διαπάλη για το ποια αγαθά θα υπάγονται στη σφαίρα της κρατικής οικονομίας, του ιδιωτικού τομέα ή των “κοινών”. Τα κοινωνικά κινήματα πρέπει να συνειδητοποιήσουν την ιστορική ευκαιρία και να κατευθύνουν την επέκταση της σφαίρας των κοινών οικοδομώντας μια νέα, βιώσιμη κοινωνία.

    ————

    [1] Έλινορ Όστρομ, Η διαχείριση των κοινών πόρων, Εκδόσεις Καστανιώτη 2002.

    Posted in Γενικά, Ελεύθερο Λογισμικό, Ελλάδα & Ομότιμο Κίνημα, Κοινά (Commons), Οικονομία, Ομότιμη Θεωρία, Ομότιμη Ιδιοκτησία, Ομότιμη Παραγωγή, Πολιτική | No Comments »

    Η ανάδυση του Ανοικτού Σχεδιασμού και της Ανοικτής Κατασκευής

    photo of Γιώργος Παπανικολάου

    Γιώργος Παπανικολάου
    5th March 2013


    Πρόκειται για μετάφραση του κειμένου του Michel Bauwens από τον Δ.Κ. που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Δράση

    ———————————————————————————

    Οι αναγνώστες ίσως είναι εξοικειωμένοι με την ανάδυση και την εξάπλωση μιας νέας μορφής δημιουργίας αξίας, της ομότιμης παραγωγής (όπως ορίστηκε πρώτα από τον Yochai Benkler), στην οποία κοινότητες εθελοντών (αλλά επίσης, στην πράξη, οι περισσότεροι μισθωτοί δημιουργοί και προγραμματιστές άπαξ και το έργο τους είναι επιτυχές) δημιουργούν (ανοιχτό) περιεχόμενο ή (δωρεάν) λογισμικό, που είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλους. Το χαρακτηριστικό της ομότιμης παραγωγής είναι ότι οι παραγωγοί δημιουργούν προϊόντα σε τέτοια μορφή ώστε να αποτελούν κοινό αγαθό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να τροποποιηθεί από άλλους, οι οποίοι το επιστρέφουν βελτιωμένο στην κοινή “δεξαμενή”. [...]

    Είναι πολύ δελεαστικό να περιορίσουμε αυτό το φαινόμενο στο χώρο της άυλης παραγωγής, αλλά θέλουμε να δείξουμε σε αυτό το άρθρο ότι η ίδια μέθοδος παραγωγής που έχει κυριαρχήσει στον κόσμο του λογισμικού ανοικτού κώδικα και του ελεύθερα διαθέσιμου περιεχομένου στο διαδίκτυο (συχνά δημιουργημένου από τον ίδιο το χρήστη), επηρεάζει πλέον βαθιά τον τρόπο που σκεφτόμαστε το σχεδιασμό, ακόμη και την παραγωγή.
    Προτού περιγράψουμε αυτό το φαινόμενο, ας δώσουμε μερικούς ορισμούς, καθώς και μια βασική εξήγηση γιατί η ομότιμη παραγωγή έχει τόσο σημαντικό νόημα.

    Η εμφάνιση του Διαδικτύου ως ενεργοποιητή της ομότιμης παραγωγής
    Πριν την έλευση του Διαδικτύου ως ένα εργαλείο που μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί από τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους, υπήρχαν ήδη τρεις τρόποι σύλληψης της παραγωγής. Ο πρώτος είναι το, τώρα σχεδόν εξαφανισμένο, σύστημα που βασίζεται στο κράτος, όπως χαρακτηριστικά το σοβιετικό σύστημα, στο οποίο οι παραγωγικοί πόροι ήταν κρατική ιδιοκτησία, και όπου το κράτος οργάνωνε την παραγωγή και τη διάθεση των πόρων με βάση τον κεντρικό σχεδιασμό. Ο δεύτερος είναι, φυσικά, ο βασισμένος στην αγορά καπιταλισμός, στον οποίο τα μέσα παραγωγής ανήκουν σε ιδιώτες, οι εταιρείες είναι οργανωμένες εσωτερικά ως ιεραρχίες, και οι πόροι διατίθενται με βάση τα μηνύματα που δίνονται μέσω των τιμών της αγοράς. Αν το κέρδος είναι αρκετά σημαντικό, οι εταιρείες θα διαθέσουν πόρους προς αυτή την κατεύθυνση και θα μισθώσουν το απαραίτητο προσωπικό. Ο τρίτος, και λιγότερο αναπτυγμένος, είναι η συνεταιριστική παραγωγή, στην οποία οι εργαζόμενοι ή άλλα μέλη κατέχουν το συλλογικό κεφάλαιο, και έχουν κάποιες μορφές εσωτερικής λειτουργίας με περισσότερο δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Ωστόσο, τέτοιοι συνεταιρισμοί εξακολουθούν εν γένει να λειτουργούν εντός της αγοράς και υπόκεινται στις ίδιες εξωτερικές δυναμικές όπως και οι εταιρικές επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης, επομένως, δεν θα εξετάσω τη συνεταιριστική παραγωγή ως ξεχωριστό τρόπο παραγωγής, αλλά μάλλον ως μια παραλλαγή της αγοράς.
    Η ομότιμη παραγωγή, όμως, είναι πραγματικά μια νέα μορφή παραγωγής, η οποία βασίζεται στη δημιουργία κοινής αξίας.

    Μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις διαφορετικές διαδικασίες:
    Από την πλευρά της εισόδου, έχουμε εθελοντικούς συντελεστές, οι οποίοι δεν χρειάζεται να ζητήσουν άδεια για να συμμετάσχουν, και χρησιμοποιούν ανοικτή και δωρεάν πρώτη ύλη που δεν έχει περιοριστικά πνευματικά δικαιώματα, έτσι ώστε να μπορεί ελεύθερα να βελτιωθεί και να τροποποιηθεί. [...]
    Από την πλευρά της διαδικασίας, βασίζεται σε ένα σχεδιασμό συμπερίληψης, χαμηλές προϋποθέσεις συμμετοχής, ελεύθερα διαθέσιμη άρθρωση εργασιών αντί για λειτουργικές θέσεις εργασίας, και από κοινού επικύρωση της ποιότητας και της υπεροχής των εναλλακτικών λύσεων (το ονομάζω αυτό ομότιμη διακυβέρνηση).
    Από την πλευρά του προϊόντος, δημιουργεί κοινά, χρησιμοποιώντας άδειες που διασφαλίζουν ότι η η προκύπτουσα αξία είναι διαθέσιμη σε όλους, και πάλι χωρίς άδεια. Αυτό το κοινό προϊόν, με τη σειρά του, αναδημιουργεί ένα νέο στρώμα ανοικτού και ελεύθερου υλικού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά. [...]

    Αυτός ο τρόπος παραγωγής λειτουργεί επειδή ορισμένες τεχνικές συνθήκες έχουν δημιουργηθεί για την άυλη παραγωγή. Πρώτα απ’ όλα, οι σύγχρονοι γνωσιακοί εργαζόμενοι, σε αντίθεση με τους εργάτες στα εργοστάσια, στην ουσία κατέχουν ή ελέγχουν τα δικά τους μέσα παραγωγής, δηλαδή τον εγκέφαλό τους, τους υπολογιστές τους, και την πρόσβαση στο κοινωνικοποιημένο δίκτυο που είναι το Διαδίκτυο. Δεδομένου ότι ελέγχουν τη δική τους συνεισφορά, είναι σε θέση να συνεισφέρουν εθελοντικά. Επειδή το περιεχόμενο και το λογισμικό μπορεί να αναπαραχθεί ψηφιακά, και το κόστος αυτής της αναπαραγωγής είναι οριακά αυτό της παραγωγής την πρώτη φορά, μπορεί να είναι καθολικά διαθέσιμα μέσω ψηφιακής αντιγραφής, ως εκ τούτου δεν είναι σπάνια, και έτσι λειτουργούν έξω από την ένταση της προσφοράς και της ζήτησης που είναι απαραίτητη για την αγορά. Λόγω του Διαδικτύου, είναι τώρα δυνατό να συντονιστεί φτηνά πλήθος ατόμων και μικρών ομάδων σε παγκόσμια κλίμακα, χωρίς να χρειάζεται κάποια κεντρική διοίκηση και ιεραρχίες ελέγχου.

    Δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό γιατί αυτή η μορφή της παραγωγής είναι πολύ παραγωγική. Οι προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής ήταν ουσιαστικά καταναγκαστικοί (δουλεία, δουλοπαροικία, κ.τλ.), και συνεπώς απαιτούσαν έναν ακριβό μηχανισμό εξαναγκασμού. Τέτοιες καθοδηγούμενες από το φόβο διαδικασίες ήταν πολύ επιζήμιες για την ώθηση και την καινοτομία, αναπαράγωντας τη μοιρολατρία ως γενική στάση. Ο καπιταλισμός, από την άλλη, βασιζόμενος στην ιδιοτέλεια και στην ανταλλαγή ίσης αξίας, δημιουργεί ένα θετικό εξωτερικό κίνητρο με βάση την αναμενόμενη απόδοση. Ωστόσο, τα κίνητρα εκλείπουν όταν ένα τέτοιο όφελος δεν είναι διαθέσιμο. Η καινοτομία στο πλαίσιο του στοχευμένου στο κέρδος χαρακτήρα του συστήματος δεν μπορεί παρά να είναι σχετική, καθώς βασίζεται στην ανάγκη να πεταχθούν εκτός ανταγωνισμού οι αντίπαλοι, αλλά κλονίζεται μόλις μια μονοπωλιακή κατάσταση επιτευχθεί. Τέλος, οι παράγοντες της αγοράς δίνουν προσοχή μόνο στο δικό τους συμφέρον, και είναι δομικά ανίκανοι να λαμβάνουν υπόψη τους εξωτερικούς παράγοντες. Με άλλα λόγια, ο στόχος της αγοράς δεν είναι η καινοτομία καθεαυτή, ούτε η παραγωγή καλών ή βέλτιστων προϊόντων˙ στην πραγματικότητα πολύ ενέργεια στις επιχειρήσεις είναι αφιερωμένη για να καταστήσουν τα προϊόντα τους μη-βέλτιστα. Για παράδειγμα, χαρακτηριστικό για το κλειστού κώδικα ή ιδιόκτητο λογισμικό είναι ότι απαγορεύεται να βελτιώσεις το προϊόν!

    Η αντίθεση με τη δυναμική της ομότιμης παραγωγής δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Η ομότιμη παραγωγή βασίζεται σε παθιασμένα άτομα και ανοικτές κοινότητες που πασχίζουν για απόλυτη ποιότητα και καινοτομία, όχι μόνο για σχετική ποιότητα ή καινοτομία. [...]
    Το επόμενο σημαντικό ερώτημα είναι: Μπορεί το μοντέλο αυτό να εξαχθεί, όπως είναι ή με προσαρμογές, στην παραγωγή υλικών αγαθών;

    Η επέκταση της ομότιμης παραγωγής στον κόσμο της υλικής παραγωγής
    Ο γενικός κανόνας για την κατανόηση αυτής της δυναμικής και του διαχωρισμού μεταξύ του άυλου και υλικού κόσμου είναι ο ακόλουθος:
    Για κάθε άυλο έργο, εφόσον υπάρχει μια γενική υποδομή για τη συνεργασία και η ανοικτή και ελεύθερη εισροή είναι διαθέσιμη ή μπορεί να δημιουργηθεί, οι γνωσιακοί εργαζόμενοι μπορούν να εργαστούν μαζί σε ένα κοινό έργο.
    Ωστόσο, για την παραγωγή υλικών αγαθών, υπάρχουν αναπόφευκτα τα κόστη του κεφαλαίου και χρειάζεται τουλάχιστον η ανάκτηση του κόστους. Πράγματι, τα εμπορεύματα αυτά είναι εξ ορισμού ανταγωνιστικά, δηλαδή αν είναι στην κατοχή ενός ατόμου, είναι πιο δύσκολο να μοιράζονται, και επίσης, όταν χρησιμοποιηθούν θα πρέπει να αναπληρωθούν.
    Λόγω αυτής της ουσιαστικής διαφοράς, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε ότι η ίδια διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τις δύο πτυχές της παραγωγής των υλικών πραγμάτων.
    Παρ’ όλα αυτά -και αυτό είναι ένα βασικό επιχείρημα- κάτι που πρέπει να παραχθεί, πρώτα πρέπει να σχεδιαστεί. Και ο σχεδιασμός ενός υλικού αντικειμένου, είτε πρόκειται για ένα αυτοκίνητο, μια ηλιακή στέγη ή ένα ηλεκτρονικό κύκλωμα, είναι μια άυλη διαδικασία που βασίζεται σε ένα λογισμικό, εξαρτώμενη από συνεργαζόμενους εγκεφάλους. Έτσι, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό είναι μια συνεργασία μεταξύ κοινοτήτων ανοικτού σχεδιασμού από τη μία πλευρά, και κατασκευαστικών βιομηχανιών από την άλλη πλευρά. Αυτό είναι πράγματι αυτό που συμβαίνει και αναδύεται σε παγκόσμια κλίμακα. [...]

    Στο βιβλίο-ορόσημο του Eric von Hippel Ο Εκδημοκρατισμός της Καινοτομίας έχουν καταγραφεί πολλά επίπεδα της εν λόγω συνεργασίας. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες για να επιτευχθεί αυτό. Πρώτα απ ‘ όλα, υπάρχουν πολύ πιο σημαντικοί βρόχοι ανάδρασης που είναι απαραίτητοι μεταξύ σχεδιασμού και παραγωγής, καθώς τα πραγματικά προϊόντα πρέπει να δοκιμάζονται στον φυσικό κόσμο. Επίσης, τα εργαλεία είναι διαφορετικά, και απαιτείται να είναι διαθέσιμα 3D-based εργαλεία σχεδιασμού, όπως το CAD/CAM, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται βίντεο για να δείξουν τις πρακτικές της χρήσης, και θα πρέπει να υπάρξει πολύ πιο μακρινή συνεργασία σε πραγματικό χρόνο. Αλλά δύσκολο δεν σημαίνει αδύνατο! [...]

    Για να πραγματοποιηθεί αυτός ο σημαντικός ανασχηματισμός, ωστόσο, είναι επίσης απαραίτητο να συλλάβουμε την υλική παραγωγή με έναν περισσότερο αρθρωτό τρόπο. Αυτή είναι η προσέγγιση, για παράδειγμα, των Bug Labs, που προσφέρουν μια ηλεκτρονική διάταξη η οποία μπορεί να συντεθεί αρθρωτά, δίνοντας τη δυνατότητα στον καθένα να επιλέξει τα ιδιαίτερα κομμάτια που πρέπει να συναρμοστούν. Έτσι, αντί να φανταστούμε μια κοινότητα σε συνεργασία με μία εταιρεία, όπως γίνεται σε πολλά συν-σχεδιασμένα και συν-δημιουργημένα έργα, ας φανταστούμε μάλλον μια παγκόσμια κοινότητα “μαστόρων”, αλλά και μια παγκόσμια κοινότητα οικιακών παραγωγών, που μπορούν να “κατεβάσουν” από το διαδίκτυο το σχεδιασμό και να παράγουν τα αντικείμενα σε τοπικό επίπεδο.
    Η επίτευξη μια τέτοιας ριζικής αλλαγής της αντίληψης για το πώς κατασκευάζουμε πράγματα, θα απαιτούσε έναν ριζικό επανασχεδιασμό του συνόλου της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας, και όσο απίθανο ακούγεται τόσο, στην πραγματικότητα, ήδη συμβαίνει. [...]

    Η κατανομή στην ανοικτή κατασκευή
    Η βιομηχανία υπόκειται στην ίδια διαδικασία σμίκρυνσης όπως κάποτε και οι υπολογιστές.
    Σκεφτείτε τις εξής βασικές τάσεις:
    Η δι’ αλληλογραφίας κατεργασία σημαίνει ότι μπορείτε να σχεδιάσετε το δικό σας προϊόν, και μια εταιρεία θα παραδώσει στη συνέχεια το κομμάτι στο κατώφλι σας. Η κατασκευή στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή σας σημαίνει ότι όχι μόνο μπορείτε να σχεδιάσετε το δικό σας προϊόν, αλλά και να το παράγετε εσείς οι ίδιοι. Αυτό είναι ήδη δυνατό, λόγω των εξελίξεων στη 3D εκτύπωση, σύμφωνα με την οποία πλαστικά σχέδια μπορούν να παραχθούν με όλο και φθηνότερα μηχανήματα. Η ίδια η βιομηχανία χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο ταχείες και ευέλικτες παραγωγικές τεχνικές, οι οποίες απαιτούν μια ριζικά νέα φιλοσοφία σχετικά με τις μηχανές: όχι τόσο υπερεξειδίκευση, υψηλή δαπάνη και συγκέντρωση, αλλά μάλλον παραγωγή μέσω μιας γενικής μηχανής που μπορεί να προσαρμοστεί γρήγορα και ανέξοδα σε νέες ανάγκες και διαδικασίες. Καθώς τέτοιες μηχανές γίνονται μικρότερες, περισσότερο διαδεδομένες και φθηνότερες, η διαθεσιμότητά τους για την τοπική παραγωγή θα αυξηθεί δραματικά. Η προσωπική κατασκευή, όπως αναπτύσσεται μέσω των κοινοτήτων FabLab και το RepRap, αποτελεί την κατάληξη μιας τέτοιας διαδικασίας.

    Δικτυώνοντας τον φυσικό κόσμο
    Βλέπουμε την ίδια καινοτομία στον τομέα των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων. Μετά από την κατάρρευση του χρέους, βλέπουμε μια ισχυρή ώθηση για να γίνει η χρηματοδότηση περισσότερο διαθέσιμη με ένα κατανεμημένο τρόπο. Μία από τις τάσεις είναι φυσικά ο κοινωνικός δανεισμός, που επιτρέπει σε άτομα να δανείζουν το ένα το άλλο. Μία άλλη είναι η ισχυρή αναβίωση των συμπληρωματικών νομισμάτων με βάση την αμοιβαία πίστωση. Το πλεονέκτημα είναι ότι αυτή η πίστωση δημιουργείται από τους ίδιους τους συμμετέχοντες, χωρίς να χρειάζεται να εξαρτώνται από το πιο σπάνιο επίσημο νόμισμα, και έτσι επιτυγχάνεται η ανεξαρτησία από τις κεντρικές τράπεζες. Τα συμπληρωματικά νομίσματα είναι επίσης γνωστά για το ότι κρατούν το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοοικονομικών ροών εντός των τοπικών κοινοτήτων. Έτσι, η νέα εικόνα γίνεται σαφέστερη: φθηνότερα εργαλεία παραγωγής, σε συνδυασμό με peer-to-peer** χρηματοδότηση και peer-to-peer νομίσματα, μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε την υλική παραγωγή πολύ πιο κοντά στο σημείο της ανάγκης. Αυτή η ενδεχόμενη επανατοπικοποίηση δεν είναι, ωστόσο, οπισθοδρομική, αλλά υψηλής τεχνολογίας, και δεν δημιουργεί απομόνωση, επειδή εξαρτάται εξίσου από παγκόσμιες δεξιότητες και κοινότητες ανοικτού σχεδιασμού που λειτουργούν στην κλίμακα του κόσμου.
    Έτσι, το όραμα γίνεται σαφέστερο. Έχουμε ήδη μία peer-to-peer τεχνολογική και επικοινωνιακή υποδομή, και νέα οργανωτικά μοντέλα που βασίζονται στην ανοικτή συνεργασία όσον αφορά την τεχνογνωσία, το λογισμικό και το σχεδιασμό. Έχουμε αύξηση της πρόσβασης σε περισσότερο κατανεμημένο μηχανικό εξοπλισμό, που μας επιτρέπει να φανταστούμε μια περισσότερο τοπικοποιημένη παραγωγή τέτοιων ανοικτών σχεδίων. Έχουμε πολύ χαμηλότερες κεφαλαιακές ανάγκες, αλλά όταν χρειάζονται κεφάλαια για την ανάκτηση του κόστους της υλικής παραγωγής, έχουμε πρόσβαση σε πολύ περισσότερα διαθέσιμα κεφάλαια μέσω της αμοιβαίας πίστωσης και του κοινωνικού δανεισμού. Καμία από αυτές τις τάσεις δεν έχει υλοποιηθεί πλήρως, αλλά, αν και θεωρητικά μπορεί να εκτροχιαστούν, υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις ότι κινούνται και εξελίσσονται προς αυτή την κατεύθυνση.

    P2P Ενέργεια
    Τι άλλο χρειαζόμαστε; Λοιπόν, το στοιχείο που λείπει δεν είναι δύσκολο να το μαντέψετε, είναι ένα κατανεμημένο P2P ενεργειακό δίκτυο!
    Η λογική για τη διανεμημένη ενέργεια είναι αρκετά απλή δεδομένου ότι επιτρέπει στους ανθρώπους να έχουν τα εργαλεία για την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας˙ σημαίνει, επίσης, ανεξαρτησία από κεντρικές επιχειρήσεις και υποστήριξη της τοπικής παραγωγής, η οποία είναι σημαντική πτυχή στο πλαίσιο που περιγράφουμε. Πλεονάζουσα ενέργεια μπορεί να δοθεί, να ανταλλαχθεί ή να πωληθεί, με το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι όσοι από εμάς χρησιμοποιούν αποδεδειγμένα λιγότερη ενέργεια θα έχουν εισόδημα από αυτούς που χρησιμοποιούν υπερβολική ενέργεια.

    Συμπερασματικά
    Ελπίζω οι αναγνώστες αυτής της επισκόπησης να έχουν τώρα μια σαφέστερη εικόνα για το πώς ένας peer-to-peer κόσμος μπορεί να διαμορφωθεί. Θα αποτελείται από κοινότητες ανοικτής γνώσης, ανοικτού λογισμικού και ανοικτού σχεδιασμού, των οποίων τα μέλη θα συνδέονται με φορείς παραγωγής (εταιρείες, συνεταιρισμοί), οι οποίοι θα χρηματοδοτούν τα μέλη τους άμεσα, αλλά και έμμεσα υποστηρίζοντας την υποδομή της συνεργασίας για τα κοινά αγαθά από τα οποία εξαρτώνται, και θα κατανέμουν τα οφέλη έτσι ώστε αυτά να επιστρέφουν στις κοινότητες. Οι παραγωγικοί φορείς θα ήταν σε θέση να παράγουν σε τοπικό επίπεδο, με τη χρήση ενέργειας από ένα peer-to-peer δίκτυο, καθώς και με χρήση peer-to-peer νομισμάτων για την ανταλλαγή των ανταγωνιστικών προϊόντων, ενώ άυλα και πολιτιστικά αγαθά θα είναι ελεύθερα διαθέσιμα για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

    Αυτό δεν είναι μια ουτοπία, αλλά απόλυτη αναγκαιότητα για την επιβίωση του πλανήτη μας.
    Πράγματι, κάνουμε δύο πράγματα λάθος, και πρέπει να τα αναιρέσουμε:
    Πιστεύουμε ότι η φύση είναι άπειρη, κάτι που είναι ψευδές, και έτσι δημιουργούμε μια ψευδο-αφθονία που καταστρέφει τον πλανήτη. Πιστεύουμε ότι τα διανοητικά και πολιτιστικά αγαθά πρέπει να καθίστανται με τεχνητό τρόπο σπάνια, με αποτέλεσμα να παραλύει η κοινή χρήση των καινοτομιών. Αν μπορέσουμε να ανατρέψουμε και τα δύο, συνδυάζοντας την αναγνώριση της πραγματικής σπάνης των υλικών αγαθών με την πραγματική αφθονία των άυλων αγαθών, θα έχουμε έναν νέο και βιώσιμο πολιτισμό, βασισμένο στις peer-to-peer αρχές.

    Posted in Ανοικτό Λογισμικό, Γνωστικός Καπιταλισμός, Ελεύθερη Πρόσβαση, Ελεύθερο Λογισμικό, Ελλάδα & Ομότιμο Κίνημα, Εργασία, Κοινά (Commons), Οικονομία, Ομότιμη Θεωρία, Ομότιμη Ιδιοκτησία, Ομότιμη Παραγωγή, Χωρίς κατηγορία | No Comments »

    Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τη φασιστική απειλή; Διαδάγματα από το έργο του Νίκου Πουλαντζά

    photo of Γιώργος Παπανικολάου

    Γιώργος Παπανικολάου
    26th February 2013


    Στο κείμενο που ακολουθεί και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή, ο καθηγητής Α. Δεδουσόπουλος παρουσιάζει τις σκέψεις του Ν. Πουλαντζά στο βιβλίο του “Φασισμός και δικτατορία: η Κομμουνιστική Διεθνής αντιμέτωπη στο φασισμό”.

    Η διατύπωση ηγεμονικής πρότασης και μια πολιτική διευρυμένων συμμαχιών που θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν σοβαρά τόσο τα συμφέροντα  εργατικής και της μικροαστικής τάξης όσο και της επισφαλούς και της γνωσιακής εργασίας αποτελεί τον ασφαλέστερο τρόπο για να αποφευχθεί ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας, σχέδιο με το οποίο φλερτάρει ανοιχτά η ελληνική ολιγαρχία και το χρηματιστικό κεφάλαιο.

    ————————————————————-

    “… Ο φασισμός δεν αποτελεί μιαν αμυντική τακτική της αστικής τάξης, δεν είναι η προσφυγή σε μια ακραία μορφή κράτους εν όψει της επιθετικότητας της εργατικής τάξης, αλλά είναι το επιθετικό όπλο του μονοπωλιακού κεφαλαίου, όταν η εργατική τάξη έχει ήδη νικηθεί. Αυτό μας λέει ο Πουλαντζάς και από τη θέση αυτή ασκεί κριτική στις κυρίαρχες αντιλήψεις της Γ’ Διεθνούς1. Η ήττα του εργατικού κινήματος συντελείται στην αρχική φάση ανόδου του φασισμού, πριν ο φασισμός αποκτήσει σύνδεση με τις λαϊκές μάζες, πριν να επιχειρήσει τη μετατροπή του σε κόμμα μαζών. Η ήττα δεν οφείλεται μόνο στην ευρεία κατασταλτική, σχεδόν πολεμική, παρέμβαση του κράτους της Βαϊμάρης κατά των εργατικών διεκδικήσεων και εξεγέρσεων. Είναι κυρίως ήττα πολιτική (η παραγνώριση της σημασίας των δημοκρατικών θεσμών, η υποτίμηση των κοινωνικών συμμαχιών, η ταύτιση της κοινωνικής επανάστασης με την ένοπλη εξέγερση) και ήττα ιδεολογική. Θα επιστρέψω πάραυτα στην ιδεολογική ήττα.

    Το δεύτερο σημείο στο οποίο εμμένει ο Πουλαντζάς είναι ότι ο φασισμός ανθίζει πάνω στο έδαφος της κρίσης νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος. Η κρίση νομιμοποίησης δεν περιορίζεται μόνο στη διάρρηξη της προϋπάρχουσας σχέσης εκπροσώπου (κόμματος) – εκπροσωπούμενου (κοινωνικών τάξεων ή μερίδων). Αναφέρεται στην ικανότητα διατύπωσης ηγεμονικών προτάσεων, πολιτικών προγραμμάτων που επιτρέπουν να περιληφθούν και να ικανοποιηθούν σε σημαντικό βαθμό τα συμφέροντα των μη κυρίαρχων τάξεων στα συμφέροντα των κυρίαρχων μερίδων του κεφαλαίου. Η αδυναμία διατύπωσης ηγεμονικού σχεδίου οδηγεί στην κυριαρχία του οικονομισμού, της διαπάλης μόνο για οικονομικά αιτήματα και συμφέροντα: Η οικονομική πολιτική της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης μετά την κρίση του 1929 περιλαμβάνει ουσιαστικά το σύνολο των οικονομικών μέτρων που αντιμετωπίζουμε σήμερα ως Μνημόνιο, ακυρώνει ένα προς ένα όλα τα κοινωνικά δικαιώματα που κατάκτησε το εργατικό κίνημα την επαύριο της λήξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με την ανάδειξη του SPD στην κυβέρνηση. Είναι το ίδιο το SPD που αναλαμβάνει την ακύρωση της εργατικής νομοθεσίας και των προνοιακών παροχών. Αποτέλεσμα, η ύφεση και η μαζική ανεργία που φτάνει το 40% τις παραμονές ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία. Σ’ αυτήν την περίοδο, το ήδη ηττημένο εργατικό κίνημα αμύνεται καταφεύγοντας ομοίως σε αντιθετικές οικονομικές -συνδικαλιστικές- διεκδικήσεις.

    Το τρίτο ζήτημα που επιμένει ο Πουλαντζάς είναι ο ρόλος της μικροαστικής τάξης. Η μικροαστική τάξη αποτελεί τη βάση μετατροπής του φασισμού από συμμορία σε μαζικό κόμμα. Τα μικροαστικά στερεότυπα αναπαράγονται κυριαρχικά από τον φασισμό, αλλά, όπως τονίζει ο Πουλαντζάς κατ’ επανάληψη παραθέτοντας τον Τολιάτι, όχι ως μοναδικά στοιχεία του φασιστικού λόγου. Αντιθέτως, ο Πουλαντζάς επισημαίνει ότι ο φασιστικός ιδεολογικός λόγος είναι ετερογενής και διαφοροποιημένος, απευθύνεται με διαφορετικούς τρόπους σε κοινωνικές τάξεις και μερίδες της κοινωνίας, οργανώνοντας την ηγεμονία του μονοπωλιακού κεφαλαίου. «Ο φασισμός… μπόρεσε να ξαναπάρει στον ιδεολογικό του λόγο, διαστρέφοντάς τις, μια σειρά από βαθιές λαϊκές επιθυμίες» γράφει ο Πουλαντζάς2.

    Μέσα από αυτήν την πολιτική και ιδεολογική διαδικασία ενοποιεί αφενός, περιθωριοποιεί αφετέρου, κερδίζει αλλού την ανοικτή συστράτευση, αλλού την παθητική υποταγή και αλλού την αδρανοποίηση. Η πολιτική πορεία του Χίτλερ προς την εξουσία είναι μια συνεχής πορεία σύναψης και ανατροπής συμμαχιών. Οι συμμαχίες οργανώνονται με σκοπό την εξασφάλιση της υποστήριξης και, μόλις καταστούν εμπόδιο για μια νέα συμμαχία, διαλύονται, συχνά με ακραία βιαιότητα. Το σημείο «μη επιστροφής» είναι η σύνδεση του ναζισμού με το μονοπωλιακό κεφάλαιο και η υλική μορφή που προσλαμβάνει αυτή η συμμαχία είναι το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Γερμανίας. Αλλά το «σημείο μη επιστροφής» σηματοδοτεί και τη ρήξη με τη μικροαστική τάξη, έστω και αν τα βιοτικά της συμφέροντα εξυπηρετήθηκαν μόνον «εξ αντανακλάσεως», όσο διαρκούσε η πολεμική προπαρασκευή….”

    Posted in Ελλάδα & Ομότιμο Κίνημα, Ομότιμη Θεωρία, Πολιτική, Χωρίς κατηγορία | No Comments »

    Συλλογική δράση και μοίρασμα για τη βιωσιμότητα και την ευημερία : το εγχείρημα του Open Source Ecology

    photo of Γιώργος Παπανικολάου

    Γιώργος Παπανικολάου
    12th February 2013


    Open Source Philosophy. from Open Source Ecology on Vimeo.

    Posted in Ανοικτό Λογισμικό, Ανοιχτές επιχειρήσεις, Γνωστικός Καπιταλισμός, Διαδικτυακές Κοινότητες, Ελεύθερη Πρόσβαση, Ελεύθερο Λογισμικό, Ελλάδα & Ομότιμο Κίνημα, Εργασία, Κοινά (Commons), Οικονομία, Ομότιμη Παραγωγή | No Comments »

    Ψηφιακός πολιτισμός και Βιωσιμότητα – Ένας νέος πολιτισμός του μοιράσματος και της συνεργασίας γεννιέται

    photo of Γιώργος Παπανικολάου

    Γιώργος Παπανικολάου
    9th February 2013


    Πρόκειται για ανδημοσίευση του κειμένου του Michel Bauwens που μεταφράστηκε από τον Κ.Χ. και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Δράση

    ———————————————————————————–

    Η εντολή της διάσκεψης Ρίο+20 αναγνωρίζει τρεις πυλώνες της βιώσιμης ανάπτυξης – οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό. Ωστόσο, η διαδικασία δεν αμφισβητεί τη θεμελιώδη τοξικότητα του σημερινού λειτουργικού συστήματος, και αγνοεί το γεγονός ότι ένα τέτοιο “ελαττωματικό” DNA έχει ισχυρές πολιτισμικές ρίζες.

    Τι εννοούμε; Τα ακόλουθα δεν βασίζονται στα δηλωμένα ιδανικά του Ρίο+20 αλλά στην πραγματική πρακτική του υπαρκτού οικονομικού συστήματος.

    Το σημερινό παγκόσμιο σύστημα βασίζεται σε τρεις λανθασμένες παραδοχές:

    1. Η πρώτη παραδοχή είναι ότι η φύση είναι μία ανεξάντλητη πηγή ενέργειας που μπορεί να αξιοποιηθεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αναγεννητική ικανότητά της.

    Τα αποτελέσματα αυτού του πολιτισμού εκμετάλλευσης της φύσης είναι καταστροφικά. Το 2009, ο Johan Rockström και μια ομάδα κορυφαίων επιστημόνων πρότειναν εννέα θεμελιώδεις διαδικασίες που επηρεάζουν τη συνολική υγεία του πλανήτη (όπως η χρήση του γλυκού νερού, η ρύθμιση του κλίματος, και ο κύκλος του αζώτου), και αφού υπολόγισαν την ασφαλή ζώνη λειτουργίας για καθεμία από αυτές, συμπέραναν ότι η ανθρωπότητα έχει υπερβεί τα όριά της σε τουλάχιστον τρεις από αυτές. Η υπερβολική πίεση σε αυτές τις κρίσιμες διαδικασίες θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημεία απότομων και μη αναστρέψιμων περιβαλλοντικών αλλαγών, επιπλέον των καλά μελετημένων επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Το 2010, η έκθεση Living Planet διαπίστωνε ότι ήδη χρησιμοποιούμε 1,5 πλανήτη και προβλέπεται να χρησιμοποιούμε 2 πλανήτες σαν τη Γη μέχρι το 2030, σε συνθήκες “business as usual”. Συνδυάζοντας αυτά τα στοιχεία, και υπολογίζοντας την αλληλεπίδρασή τους (για παράδειγμα: λιγότερο πετρέλαιο σημαίνει λιγότερα λιπάσματα, που σημαίνει λιγότερη γεωργική παραγωγή), ο Graham Turner και μια ομάδα επιστημόνων του MIT παρήγαγαν σειρά από υπολογιστικά μοντέλα που οδηγούν σε ανησυχητικά συμπεράσματα και σε σαφές χρονοδιάγραμμα: Το business-as-usual σενάριο εκτιμά ότι εάν τα ανθρώπινα όντα συνέχιζαν να καταναλώνουν περισσότερο από ό,τι η φύση είναι σε θέση να παρέχει, μια παγκόσμια οικονομική κατάρρευση και μια απότομη μείωση του πληθυσμού θα μπορούσε να συμβεί μέχρι το 2030.

    2. Τεχνητή σπάνις

    Η δεύτερη αρχή του σημερινού λειτουργικού συστήματος είναι ότι το μοίρασμα της καινοτομίας είναι βασικά παράνομη δραστηριότητα. Οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις έχουν ιδιωτικοποιηθεί μέσω διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και πνευματικών δικαιωμάτων, τα οποία συχνά μονοπωλούνται από μεγάλες εταιρείες που μπορούν να έχουν προστατευόμενο από το νόμο συμφέρον στην επιβράδυνση της τεχνολογικής καινοτομίας που τους απειλεί. Νέοι και ηλικιωμένοι άνθρωποι είναι υπό διωγμό από τα δικαστήρια και την αστυνομία για το μοίρασμα πολιτιστικών εκφράσεων, ακόμη και αν εκείνοι που τις μοιράζονται αποτελούν επίσης τους καλύτερους “πελάτες” της πολιτιστικής βιομηχανίας. Πολλές πτυχές του μοιράσματος είναι παράνομες. Η Jane Orsi από το Κέντρο για το Δίκαιο της Βιώσιμης Ανάπτυξης, στο Σαν Φρανσίσκο, έχει δώσει παραδείγματα για το πόσα πολλά οι ΗΠΑ απαγορεύουν: 1) την κηπουρική μπροστά από το σπίτι, 2) τη συλλογή βρόχινου νερού, 3) το στέγνωμα των ρούχων στον ήλιο, 4) την παραγωγή μαρμελάδας για τους γείτονες. Το σύστημα είναι εξοπλισμένο ενάντια στο μοίρασμα.

    3. Κοινωνική ανισορροπία

    Η πρώτη και η δεύτερη πτυχή συνδυάζονται με πλήρη περιφρόνηση για την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη, η οποία αυξάνεται, δεν μειώνεται. Για παράδειγμα, η Oxfam υπολόγισε ότι από τα 11 κοινωνικά θεμέλια για τη βιωσιμότητα της ανθρώπινης κοινωνίας, τα 8 έχουν επιδεινωθεί.

    Ένα τέτοιο ριζικά αντι-φυσικό και αντικοινωνικό λειτουργικό σύστημα χρειάζεται ριζική αναδιάρθρωση, με βάση μια αντιστροφή των αξιών η οποία μπορεί να στηριχτεί μόνο σε νέες πολιτισμικές πρακτικές.

    Έχει συμβεί στο παρελθόν. Στο τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η πολιτιστική επανάσταση που ωθήθηκε από τις χριστιανικές κοινότητες ενσωμάτωσε εκ νέου το ανεξέλεγκτο σύστημα ισχύος στην ηθική αρχή μιας πνευματικής κοινότητας. Το 1789, τα φεουδαρχική προνόμια καταργήθηκαν σε μία μόνο ημέρα, καθώς είχαν γίνει ανάθεμα για τη νέα ευαισθησία.

    Σήμερα βλέπουμε τη γέννηση ενός νέου πολιτισμού του μοιράσματος και της συνεργασίας, που δεν καθιστά κοινή μόνο τη γνώση, αλλά και υλικούς πόρους, και έχει ως στόχο να γυρίσει “ανάποδα” το λειτουργικό σύστημά μας, σε ένα νέο σχηματισμό όπου οι εξωτερικότητες της φύσης γίνονται σεβαστές, το μοίρασμα του πολιτισμού, της επιστήμης και της καινοτομίας γίνεται ο κανόνας, και οι δύο αυτές αλλαγές δημιουργούν μια πιο δίκαιη κοινωνική τάξη.

    Αυτή η νέα πολιτιστική επανάσταση παίρνει πολλές διαφορετικές μορφές. Στη συνεργατική παραγωγή γνώσης, όπως αυτή επιτυγχάνεται από τη Wikipedia· στο μοίρασμα του κώδικα λογισμικού, όπως επιβεβαιώνεται από το λειτουργικό σύστημα Linux, καθώς και από το μοίρασμα του ανοιχτού σχεδιασμού για κατανεμημένη παραγωγή, όπως με το Wikispeed και το Arduino. Ο νέος πολιτισμός γεννιέται μέσα από την οριζόντια κοινωνικοποίηση που πραγματοποιείται μέσω του διαδικτύου, και οδηγεί σε φυσική συνεργασία γύρω από τη δημιουργία κοινής αξίας.

    Για τον νέο αυτό πολιτισμό, είναι τα πνευματικά δικαιώματα που είναι κλοπή, καθώς αφαιρούν την απόλαυση ενός άφθονου αγαθού. Για εμάς, είναι ανήθικο να παρακρατούνται φάρμακα από τους φτωχούς ανθρώπους που δεν μπορούν να πληρώσουν τα υπερκέρδη που προέρχονται από την πνευματική ιδιοκτησία. Για εμάς, είναι ανήθικο να παρακρατούνται από τον κόσμο και τη φύση τα οφέλη από ένα σχέδιο για ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο, ή μια ηλιακή γεννήτρια. Ο νέος πολιτισμός και οι αναδυόμενες παραγωγές οικοδομούν επιχειρηματικά μοντέλα και επιχειρησιακές μορφές που σέβονται τα όρια της φύσης και προωθούν το μοίρασμα των καινοτομιών. Καμία ανοιχτή κοινότητα σχεδιασμού δε θέλει να σχεδιάσει για κάτι που είναι προγραμματισμένο να αχρηστευθεί.

    Όλη αυτή η δραστηριότητα δεν στηρίζεται στην πίεση των οικονομικών λογικών, αλλά σε έναν πολιτισμό και μια πρακτική μοιράσματος, που συνδέονται στενά με την πολιτιστική ζωή μας. Μαζικά κινήματα όπως το Occupy και οι Indignados, είναι μια άμεση έκφραση του πολιτισμού του μοιράσματος μέσω των social media· και το γερμανικό Κόμμα των Πειρατών, το οποίο εκτιμάται ότι θα πάρει το 10% των ψήφων στις επόμενες εκλογές, έχει άμεσες ρίζες στις κοινότητες μοιράσματος μουσικών αρχείων στη Σουηδία. Στη Βραζιλία, το Fora do Eixo είναι ένα παράδειγμα ενός επιτυχημένου καλλιτεχνικού δικτύου του οποίου οι οικονομικές πρακτικές απορρέουν από τις νέες αξίες του μοιράσματος και της συνεργασίας.

    Οι νέες μας πολιτικές, τα νέα οικονομικά μας, γεννιούνται από έναν πολιτισμό μοιράσματος, καθώς και από νέες μορφές κοινωνικοποίησης και δημιουργίας κοινού νοήματος και κοινής αξίας.

    Κάθε προσέγγιση που αρνείται ότι μια πολιτιστική επανάσταση είναι προϋπόθεση για πιο ριζικές αλλαγές, αρνείται την αξία της ανθρώπινης προθετικότητας και κοινωνικότητας, και είναι καταδικασμένη να αποτύχει στις φιλοδοξίες της για αλλαγή. Γι’ αυτό ο πολιτισμός είναι ο απολύτως απαραίτητος τέταρτος πυλώνα της βιωσιμότητας. Δεν αποτελεί κάτι πρόσθετο, αλλά την πηγή από την οποία οι άλλες αλλαγές προχωρούν. Είναι μέσω του πολιτισμού που έχουμε αλλάξει την ενόρασή μας για τον κόσμο, τόσο τον υπάρχοντα, ο οποίος ολοένα και περισσότερο προσβάλλει τις ηθικές ευαισθησίες μας, όσο και αυτόν που συν-δημιουργούμε για να τον αντικαταστήσει.

    Μετάφραση: Κ.Χ.

    ———————————————–

    Posted in Ανοικτό Λογισμικό, Γνωστικός Καπιταλισμός, Ελλάδα & Ομότιμο Κίνημα, Εργασία, Κοινά (Commons), Οικονομία, Ομότιμη Θεωρία, Ομότιμη Ιδιοκτησία, Ομότιμη Παραγωγή, Χωρίς κατηγορία | No Comments »

    Το ερώτημα της αξίας του Facebook: Θα επιβιώσει ο καπιταλισμός εν μέσω «αφθονίας αξίας»;

    photo of Γιώργος Παπανικολάου

    Γιώργος Παπανικολάου
    5th February 2013


    Πρόκειται για αναδημοσίευση της μετάφρασης του κειμένου του Michel Bauwens που έγινε από τον Κ.Χ. και δημοσιέυθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Δράση

    ————————————————————————————–

    Αξίζει πραγματικά το Facebook 100 δις $ – και από που προκύπτει αυτή η τιμή;

    Μήπως το Facebook εκμεταλλεύεται τους χρήστες του;

    Δεν πρόκειται για νέα συζήτηση. Το θέμα αυτό επανεμφανίζεται τακτικά στην μπλογκόσφαιρα και στους ακαδημαϊκούς κύκλους, από τότε που η Tiziana Terranova επινόησε τον όρο «Δωρεάν Εργασία» για να δείξει μια νέα μορφή καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της απλήρωτης εργασίας – αναφερόμενη καταρχήν στους θεατές των κλασικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων, και τώρα στη νέα γενιά των συμμετεχόντων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε δικτυακούς τόπους όπως το Facebook. Το επιχείρημα μπορεί να συνοψιστεί στη φράση: «Αν είναι δωρεάν, τότε εσύ είσαι το προϊόν που πωλείται».

    Ο όρος αυτός επανεμφανίστηκε πρόσφατα σε ένα άρθρο των Christopher Land και Steffen Böhm από το Πανεπιστήμιο του Essex, με τίτλο «Μας εκμεταλλεύονται! Γιατί όλοι δουλεύουμε για το Facebook δωρεάν». Σε αυτό το μίνι-δοκίμιο, ισχυρίζονται ότι «μπορούμε να τοποθετήσουμε τους χρήστες του Facebook στη θέση των εργαζομένων. Εάν η εργασία νοείται ως “δραστηριότητα που παράγει αξία”, τότε η ενημέρωση της κατάστασής σας, το να κάνεις “like” ή το να προσκαλείς φίλους, δημιουργεί το βασικό εμπόρευμα του Facebook».

    Αυτό το επιχείρημα είναι παραπλανητικό, ωστόσο, διότι συγχέει δύο τύπους δημιουργίας αξίας που είχαν ήδη αναγνωριστεί ως διακριτοί από την πολιτική οικονομία του 18ου αιώνα. Πρόκειται για τη διάκριση μεταξύ αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας. Για χιλιάδες χρόνια, υπό συνθήκες μη-καπιταλιστικής παραγωγής, η πλειοψηφία του εργαζόμενου πληθυσμού παρήγαγε απευθείας «αξία χρήσης» – είτε για τους εαυτούς τους οι αγρότες, είτε ως δοσίματα στη διευθυντική τάξη. Μόνο στον καπιταλισμό η πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού παράγει «ανταλλακτική αξία» πουλώντας την εργασία του σε επιχειρήσεις. Η διαφορά μεταξύ αυτού που πληρωνόμαστε και αυτού που πληρώνει η αγορά για τα προϊόντα που δημιουργούμε είναι η «υπεραξία».

    Οι χρήστες του Facebook, όμως, δεν είναι εργαζόμενοι που παράγουν εμπορεύματα για ένα μισθό, και το Facebook δεν πουλάει αυτά τα προϊόντα στην αγορά για τη δημιουργία υπεραξίας.

    Πράγματι, οι χρήστες του Facebook δεν δημιουργούν άμεσα ανταλλακτική αξία, αλλά επικοινωνιακή αξία χρήσης. Αυτό που κάνει το Facebook είναι ότι καθιστά δυνατή αυτή τη συγκέντρωση ανταλλαγής και συνεργασίας γύρω από την πλατφόρμα του – και ενεργοποιώντας, διαμορφώνοντας και «ελέγχοντας» αυτή τη δραστηριότητα, συγκεντρώνει το ενδιαφέρον. Είναι αυτή η συγκέντρωση ενδιαφέροντος που πωλείται στους διαφημιστές, για περίπου 3,2 δις $ ανά έτος, το οποίο αντιστοιχεί σε μόλις 3,79 δολάρια διαφημιστικά έσοδα ανά χρήστη.

    Μπορούμε, βεβαίως, να υποστηρίξουμε ότι το Facebook κάνει πολλά περισσότερα από το να πουλά απλά το ενδιαφέρον που συγκεντρώνει. Για παράδειγμα, η γνώση της κοινωνικής συμπεριφοράς μας, μέχρι και σε ατομικό επίπεδο, έχει αναμφίβολα στρατηγική αξία – τόσο για πολιτικούς φορείς όσο και για εμπορικές επιχειρήσεις. Αλλά αυτή η υπεραξία αξίζει πραγματικά 100 δις δολάρια; Αυτό παραμένει ένα στοίχημα. Προς το παρόν, είναι πιθανό ότι οι σχεδόν ένα δισεκατομμύριο χρήστες του Facebook δεν βρίσκουν τα 3,79 δολάρια διαφημιστικά έσοδα ανά χρήστη πολύ εκμεταλλευτικά, ιδιαίτερα καθώς δεν πληρώνουν για να χρησιμοποιήσουν το Facebook, και χρησιμοποιούν την ιστοσελίδα εθελοντικά. Τούτου λεχθέντος, υπάρχει ένα τίμημα για τη μη χρησιμοποίηση του Facebook, που αφορά τη σχετική κοινωνική απομόνωση από τους συνομηλίκους που είναι χρήστες.

    Δημιουργώντας έλλειψη

    Αυτό που είναι σημαντικό, ωστόσο, είναι ότι το Facebook δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά μέρος μιας πολύ ευρύτερης τάσης στην κοινωνία μας: μία εκθετική αύξηση της δημιουργίας αξίας χρήσης από παραγωγικά «κοινά», ή «produsers»1, σύμφωνα με τον όρο του Axel Bruns. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι αυτό δημιουργεί ένα τεράστιο πρόβλημα για το καπιταλιστικό σύστημα, αλλά και για τους εργαζόμενους, όπως τους αντιλαμβανόμασταν παραδοσιακά. Οι αγορές νοούνται ως τρόποι για την κατανομή των περιορισμένων πόρων, και ο καπιταλισμός είναι στην πραγματικότητα όχι μόνο ένα σύστημα ελλιπούς «διανομής» αλλά επίσης ένα σύστημα δημιουργίας έλλειψης, το οποίο μπορεί μόνο να συσσωρεύει κεφάλαιο με τη συνεχή αναπαραγωγή και επέκταση συνθηκών έλλειψης.

    Όταν δεν υπάρχει ένταση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, δεν μπορεί να υπάρξει καμία αγορά και καμία συσσώρευση κεφαλαίου. Αυτό που οι ομότιμοι παραγωγοί κάνουν, προς το παρόν παράγοντας κυρίως άυλες οντότητες, όπως γνώση, λογισμικό και σχεδιασμό, είναι να δημιουργούν αφθονία εύκολα αναπαραγόμενων πληροφοριών και δραστικών γνώσεων.

    Αυτά δεν μπορούν να μεταφραστούν άμεσα σε αγοραία αξία, γιατί δεν είναι καθόλου σπάνια – είναι σε υπεραφθονία. Και αυτή η δραστηριότητα, εξάλλου, ασκείται από εργαζόμενους της γνώσης, των οποίων οι γραμμές είναι διαρκώς επεκτεινόμενες. Αυτή η υπερπροσφορά απειλεί να καταστήσει τη δουλειά των εργαζομένων της γνώσης επισφαλή. Ως εκ τούτου, μια αυξανόμενη έξοδος παραγωγικών δυνατοτήτων, υπό τη μορφή της άμεσης παραγωγής αξίας χρήσης, έξω από το υπάρχον χρηματικό σύστημα, μπορεί να λειτουργήσει μόνο στο περιθώριό του. Στο παρελθόν, κάθε φορά που μια τέτοια έξοδος συνέβαινε -των σκλάβων κατά την αποσύνθεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ή των δουλοπάροικων στα τέλη του Μεσαίωνα- ήταν ακριβώς η στιγμή όπου είχαν τεθεί οι συνθήκες για μείζονες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές.

    Πράγματι, χωρίς κεντρική εξάρτηση από το κεφάλαιο, τα εμπορεύματα και την εργασία, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος.

    Το πρόβλημα είναι το εξής: η διαδικτυακή συνεργασία επέτρεψε τη δημιουργία αξίας χρήσης κατά τρόπο που παρακάμπτει πλήρως την ομαλή λειτουργία του οικονομικού μας συστήματος. Κανονικά, οι αυξήσεις της παραγωγικότητας κατά κάποιο τρόπο επιβραβεύονται, και οι ανταμοιβές αυτές δίνουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές να αντλούν εισόδημα και να αγοράζουν προϊόντα.

    Αλλά αυτό δεν συμβαίνει πλέον. Οι χρήστες του Facebook και του Google δημιουργούν εμπορική αξία για τις πλατφόρμες τους, αλλά μόνο πολύ έμμεσα. Και δεν ανταμείβονται καθόλου για τη δική τους δημιουργία αξίας. Καθώς ό,τι δημιουργούν δεν είναι ό,τι εμπορευματοποιείται στην αγορά των σπάνιων αγαθών, αυτοί οι δημιουργοί αξίας δεν έχουν έσοδα. Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης εκθέτουν ένα σημαντικό ρήγμα στο οικονομικό μας σύστημα.

    Πρέπει να συνδέσουμε αυτή την αναδυόμενη κοινωνική οικονομία, που βασίζεται στο μοίρασμα της δημιουργικής έκφρασης, με το πιο αυθεντικό πεδίο της προσανατολισμένης στα κοινά ομότιμης παραγωγής, όπως εκφράζεται στην ανοιχτού κώδικα και «δίκαιης χρήσης», ανοιχτού περιεχομένου οικονομία, η οποία, κατά μία εκτίμηση, αποτελεί το ένα έκτο του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι ένα από τα βασικά συστατικά της επιτυχίας της Κίνας μέχρι σήμερα υπήρξε ο συνδυασμός του ανοιχτού κώδικα με τις πολιτικές που επιβάλλουν στους ξένους επενδυτές να μη χρησιμοποιούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Αυτό εγγυάται ανοιχτά, καινοτόμα κοινά για μεγάλο μέρος της κινεζικής βιομηχανίας.

    Παρότι η ανοιχτού κώδικα οικονομία γίνεται ο κύριος τρόπος δημιουργίας λογισμικού, ακόμη και αν δημιουργεί εταιρείες που φθάνουν σε έσοδα πάνω από 1 δις δολάρια, όπως το Red Hat, το συνολικό αποτέλεσμα είναι ακόμα αποπληθωριστικό. Έχει εκτιμηθεί ότι ο ανοιχτός κώδικας καταστρέφει 60 δις $ ετησίως εσόδων για τον ιδιοκτησιακό τομέα.

    Έτσι, η ανοιχτού κώδικα οικονομία καταστρέφει περισσότερη αξία ιδιοκτησιακού λογισμικού από ό,τι δημιουργεί. Ακόμη και αν δημιουργεί μία έκρηξη της αξίας χρήσης, η χρηματική αξία μειώνεται.

    Ανοιχτού κώδικα κατασκευή

    Τα ίδια συμβαίνουν όταν η προσέγγιση των βασισμένων στο μοίρασμα της καινοτομίας κοινών χρησιμοποιείται στην υλική παραγωγή, όπου συνδυάζεται η προσέγγιση του ανοιχτού κώδικα με τον διανεμημένο μηχανικό εξοπλισμό και την κατανομή κεφαλαίων (χρησιμοποιώντας τεχνικές όπως η κοινή χρηματοδότηση και οι κοινωνικές πλατφόρμες δανεισμού).

    Για παράδειγμα, το Wikispeed SGT01, ένα αυτοκίνητο που έλαβε βαθμολογία πέντε αστέρων για την ασφάλεια και μπορεί να επιτύχει απόδοση καυσίμων 100 μίλια ανά γαλόνι (περίπου 42,5 χιλιόμετρα ανά λίτρο), αναπτύχθηκε από μια ομάδα εθελοντών σε μόλις τρεις μήνες. Το αυτοκίνητο πωλείται για μόλις 29.000 δολάρια, περίπου το ένα τέταρτο αυτού που θα χρέωνε μια παραδοσιακή βιομηχανία αυτοκινήτων, και η οποία θα χρειαζόταν τουλάχιστον πέντε χρόνια ανάπτυξης και δισεκατομμύρια δολάρια.

    Η Local Motors, μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη crowd-sourced2 εταιρεία αυτοκινήτων, υποστηρίζει την ανάπτυξη αυτοκινήτων πέντε φορές γρηγορότερα από ό,τι το Ντιτρόιτ, με 100 φορές λιγότερα κεφάλαια, αλλά το WikiSpeed έχει επιτύχει ακόμη πιο γρήγορους σχεδιαστικούς και παραγωγικούς χρόνους. Το WikiSpeed αυτοκίνητο είναι σχεδιασμένο για σπονδυλωτή κατασκευή, χρησιμοποιώντας προηγμένες τεχνικές ανάπτυξης λογισμικού, ανοιχτό σχεδιασμό, και τοπική παραγωγή από συνεργεία που χρησιμοποιούν τεχνικές κατανεμημένης κατασκευής.

    Και το Arduino, μια ανοιχτού κώδικα πλατφόρμα δημιουργίας ηλεκτρονικών πρωτοτύπων, λειτουργεί παρόμοια με το WikiSpeed και οδηγεί σε μείωση των τιμών στον κλάδο. Αν το πρότζεκτ του Marcin Jakubowsky, Ανοιχτού Κώδικα Οικολογία, επιτύχει, αυτό θα συμβεί για τουλάχιστον 40 διαφορετικούς τύπους μηχανικού εξοπλισμού. Σε κάθε τομέα όπου αναπτύσσεται μια ανοιχτού κώδικα εναλλακτική κατασκευή -και προβλέπω ότι θα αναπτυχθεί σε κάθε τομέα- θα υπάρξει παρόμοια τιμολόγηση και εισοδηματικές πιέσεις στα κυρίαρχα οικονομικά μοντέλα.

    «Συνεργατική κατανάλωση»

    Μια άλλη έκφραση της οικονομίας του μοιράσματος είναι η συνεργατική κατανάλωση. Όπως η Rachel Botsman και η Lisa Gansky έχουν δείξει στα τελευταία βιβλία τους -What’s Mine is Yours και The Mesh, αντίστοιχα- υπάρχει μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη οικονομία μοιράσματος μέσω της ανάπτυξης προϊόντων-υπηρεσιών, αγορών μοιράσματος και συνεργατικών τρόπων ζωής.

    Για παράδειγμα, εκτιμάται ότι υπάρχουν περίπου 460 εκατομμύρια νοικοκυριά στον ανεπτυγμένο κόσμο, και ότι κάθε νοικοκυριό έχει, κατά μέσο όρο, αχρησιμοποίητα αντικείμενα αξίας 3.000 $. Θα υπήρχε σαφές οικονομικό όφελος αν χρησιμοποιούνταν αυτοί οι αδρανείς πόροι. Πολλά από αυτά δεν θα ενοικιάζονταν, ωστόσο, αλλά θα ανταλλάσσονταν δωρεάν. Ακόμη και η επί πληρωμή οικονομία μοιράσματος θα έχει μειωτική επίδραση στην αγορά νέων προϊόντων.

    Οι εξελίξεις αυτές είναι καλές για τον πλανήτη και για την ανθρωπότητα, αλλά το μεγαλύτερο ερώτημα είναι: είναι καλές για τον καπιταλισμό;

    Τι θα συμβεί με τον καπιταλισμό, δεδομένων των ανταλλαγών που βασίζονται στα κοινωνικά δίκτυα, της παραγωγής λογισμικού και υλικού που βασίζεται στα «κοινά», και της συνεργατικής κατανάλωσης που αναπτύσσεται σε ολοένα και πιο μαζική κλίμακα;

    Τι θα συμβεί αν όλο και περισσότερο μέρος του χρόνου μας πηγαίνει στην παραγωγή αξιών χρήσης -τμήμα των οποίων δημιουργεί χρηματική αξία- αλλά δεν υπάρχει σημαντική επιστροφή εισοδήματος για τους παραγωγούς αξίας χρήσης;

    Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008, όχι μόνο δεν μειώνει τον ενθουσιασμό για το μοίρασμα και την ομότιμη παραγωγή, αλλά στην πραγματικότητα επιταχύνει την υιοθέτηση τέτοιων πρακτικών. Αυτό δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα για την ολοένα και πιο επισφαλή εργατική τάξη, αλλά και για τον ίδιο τον καπιταλισμό, που βλέπει τις ευκαιρίες του για συσσώρευση και επέκταση να εξανεμίζονται.

    Όχι μόνο ο κόσμος αντιμετωπίζει μια παγκόσμια κρίση πόρων, αλλά είναι επίσης αντιμέτωπος με μια κρίση της εντατικής ανάπτυξης, επειδή οι δημιουργοί αξίας έχουν όλο και λιγότερο εισόδημα. Η οικονομία της γνώσης αποδεικνύεται ότι είναι ένα άπιαστο όνειρο, γιατί ό,τι είναι άφθονο δεν μπορεί να συντηρήσει τη δυναμική της αγοράς.

    Έτσι έχουμε μια εκθετική αύξηση στη δημιουργία της αξίας χρήσης, αλλά μόνο μια γραμμική αύξηση στη δημιουργία της χρηματικής αξίας. Εάν οι εργαζόμενοι έχουν όλο και λιγότερο εισόδημα, ποιοι θα μπορούν να αγοράσουν τα προϊόντα που προσφέρονται προς πώληση από τις εταιρείες; Αυτό, εν συντομία, είναι η κρίση της αξίας που αντιμετωπίζουμε ως ανθρωπότητα. Είναι μια πρόκληση εξίσου μεγάλη όπως η κλιματική αλλαγή ή η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων.

    Η κατάρρευση του 2008 ήταν μια προεικόνιση αυτής της κρίσης. Από την έλευση του νεοφιλελευθερισμού, οι μισθοί των εργαζομένων έχουν παραμείνει στάσιμοι και η αγοραστική δύναμη διατηρήθηκε μόνο από την υπερβολική επέκταση της πίστωσης σε όλη την κοινωνία. Αυτή ήταν η πρώτη φάση της οικονομίας της γνώσης, κατά την οποία μόνο το κεφάλαιο είχε πρόσβαση στα δίκτυα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία παγκόσμια συντονισμένων πολυεθνικών.

    Καθώς η κοινωνία της γνώσης αυξήθηκε σε μέγεθος, όλο και μεγαλύτερο μέρος της αξίας των επιχειρήσεων συνίστατο από άυλα, όχι φυσικά, περιουσιακά στοιχεία. Η νεοφιλελεύθερη χρηματιστηριακή αγορά και οι κερδοσκοπικές υπερβολές της μπορεί να θεωρηθούν ως ένας τρόπος για να εκτιμηθεί η ποσότητα της άυλης αξίας που προστίθεται στην αξία των μετοχών από την ανθρώπινη συνεργασία. Αυτή η φούσκα έπρεπε να σκάσει.

    Η δεύτερη φάση της κοινωνίας της γνώσης, κατά την οποία τα δίκτυα διαχέονται σε όλη την κοινωνία και επιτρέπουν στην παραγωγή των κοινών να συναρθρωθεί απευθείας στην ομότιμη παραγωγή, δημιουργεί ένα πρόσθετο στρώμα προβλημάτων. Στη στασιμότητα των μισθών προστίθεται και η έξοδος από τη μισθωτή εργασία που προκαλεί η βασισμένη στην ομότιμη παραγωγή δημιουργία αξίας χρήσης, και μπορούμε να δούμε ότι το πρόβλημα δεν λύνεται εντός του σημερινού μοντέλου. Υπάρχει λύση;

    Υπάρχει – αλλά αυτό είναι για επόμενο κείμενο. Η λύση αφορά την προσαρμογή του καπιταλισμού στην ομότιμη παραγωγή, αλλά επίσης ανοίγει τους δρόμους για την υπέρβαση του καπιταλισμού.

    *Ο Michel Bauwens είναι θεωρητικός, συγγραφέας και ιδρυτής του P2P (Peer-to-Peer) Foundation

    1 Σύνθεση των όρων παραγωγός και καταναλωτής (Σ.τ.Μ.)
    2Ως Crowdsourcing αναφέρεται η πράξη της εξωτερικής ανάθεσης καθηκόντων, που παραδοσιακά εκτελούνταν από υπάλληλο ή εργολάβο, σε μια μεγάλη ομάδα εθελοντών ή μία κοινότητα, μέσω ανοικτής πρόσκλησης. (http://el.wikipedia.org/wiki/Crowdsourcing) (Σ.τ.Μ.)

    Posted in Γνωστικός Καπιταλισμός, Ελλάδα & Ομότιμο Κίνημα, Εργασία, Κοινά (Commons), Οικονομία, Ομότιμη Θεωρία, Ομότιμη Παραγωγή, Χωρίς κατηγορία | No Comments »

    Μανιφέστο Αντάρτικου Ανοικτής Πρόσβασης

    photo of Γιώργος Παπανικολάου

    Γιώργος Παπανικολάου
    15th January 2013


    Το κείμενο το Aaron Swartz, που αυτοκτόνησε στις 11 Ιανουαρίου του 2013 σε ηλικία 26 ετών αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο η Λέσχη όπου αναρτήθηκε στη μνήμη του ξεχωριστού αυτού ανθρώπου. Ο Aaron Swartz αντιμετώπιζε βαριές κατηγορίες φυλάκισης ως 35 χρόνων επειδή κατέβασε χιλιάδες ακαδημαϊκές εργασίες σκοπεύοντας να τις διαθέσει ελεύθερα.

    ——————————————————————————

    Η πληροφορία είναι δύναμη. Όμως, όπως κάθε δύναμη, υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να την κρατήσουν για τον εαυτό τους. Ολόκληρη η παγκόσμια επιστημονική και πολιτιστική κληρονομιά, η οποία δημοσιεύθηκε στη διάρκεια των αιώνων σε βιβλία και περιοδικά, ολοένα ψηφιοποιείται και κλειδώνεται από μια χούφτα ιδιωτικές εταιρείες. Θέλετε να διαβάσετε τις δημοσιεύσεις που έχουν τα πιο διάσημα αποτελέσματα των επιστημών; Θα πρέπει να στείλετε τεράστια ποσά σε εκδότες, όπως η Reed Elsevier.
    Υπάρχουν εκείνοι που αγωνίζονται για να αλλάξει αυτό. Το Κίνημα Ανοικτής Πρόσβασης έχει αγωνιστεί γενναία για να διασφαλιστεί ότι οι επιστήμονες δεν μεταβιβάζουν τα πνευματικά δικαιώματα τους, αλλά αντί αυτού εξασφαλίζεται ότι η εργασία τους δημοσιεύεται στο Διαδίκτυο, σύμφωνα με όρους που επιτρέπουν σε όλους να έχουν πρόσβαση. Αλλά ακόμη και κάτω από τα καλύτερα σενάρια, το έργο τους θα είναι διαθέσιμο μόνο για τα πράγματα που δημοσιεύονται στο μέλλον. Τα πάντα μέχρι τώρα έχουν χαθεί.

    Αυτό είναι πάρα πολύ υψηλό τίμημα. Ο εξαναγκασμός των ακαδημαϊκών να πληρώνουν χρήματα για να διαβάσουν το έργο των συναδέλφων τους; Σαρώνουν ολόκληρες βιβλιοθήκες, αλλά μόνο για όσους επιτρέπει το Google να τα διαβάσουν; Παρέχουν επιστημονικά άρθρα σε ελίτ πανεπιστήμια στον Πρώτο Κόσμο, αλλά όχι στα παιδιά του Παγκόσμιου Νότου; Είναι εξωφρενικό και απαράδεκτο.

    «Συμφωνώ», πολλοί λένε, «αλλά τι μπορούμε να κάνουμε; Οι εταιρείες που κατέχουν τα πνευματικά δικαιώματα, κερδίζουν τεράστια χρηματικά ποσά χρεώνοντας την πρόσβαση, και αυτό είναι απολύτως νόμιμο – δεν υπάρχει τίποτα που μπορούμε να κάνουμε για να τους σταματήσουμε». Αλλά υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε, κάτι που ήδη γίνεται: μπορούμε να αντεπιτεθούμε.

    Όσοι έχουν πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους – φοιτητές, βιβλιοθηκονόμοι, επιστήμονες – έχουν ένα προνόμιο. Μπορείτε να τροφοδοτήσετε την γνώση στον υπόλοιπο κόσμο που είναι αποκομμένος. Αλλά εσείς δεν χρειάζεται – πραγματικά, ηθικά, δεν μπορείτε – να κρατήσετε αυτό το προνόμιο μόνο για τον εαυτό σας. Έχετε καθήκον να το μοιραστείτε με τον κόσμο. Και πρέπει: να μοιράσετε κωδικούς πρόσβασης στους συναδέλφους, να εκπληρώσετε αιτήματα λήψης για τους φίλους.

    Εν τω μεταξύ, όσοι έχουν αποκλειστεί δεν στέκονται σιωπηλοί. Έχουν ξεγλιστρήσει μέσα από τρύπες και έχουν αναρριχηθεί πάνω από φράχτες, απελευθερώνοντας τις πληροφορίες που έχουν κλειδωθεί από του εκδότες και τις μοιράζονται με φίλους.

    Αλλά όλη αυτή η δράση συνεχίζεται στο σκοτάδι, κρυμμένη υπόγεια. Αυτό λέγεται κλοπή ή πειρατεία, σαν το μοίρασμα του πλούτου της γνώσης να είναι το ηθικό ισοδύναμο της λεηλασίας ενός πλοίου και της δολοφονίας του πληρώματός του. Αλλά η κοινή χρήση δεν είναι ανήθικη – είναι μια ηθική επιταγή. Μόνο οι τυφλωμένοι από την απληστία θα αρνηθούν να επιτρέψουν σε έναν φίλο να δημιουργήσει ένα αντίγραφο.

    Οι μεγάλες εταιρίες, φυσικά, είναι τυφλωμένες από την απληστία. Οι νόμοι βάσει των οποίων λειτουργούν το απαιτούν – οι μέτοχοί τους θα εξεγερθούν με οτιδήποτε λιγότερο. Και οι πολιτικοί έχουν εξαγοραστεί, περνώντας νόμους που τους δίνουν την αποκλειστική εξουσία να αποφασίζουν ποιος μπορεί να κάνει αντίγραφα.

    Δεν είναι δικαιοσύνη το να ακολουθείς άδικους νόμους. Ήρθε η ώρα να φέρουμε στο φως και, με την μεγάλη παράδοση της πολιτικής ανυπακοής, δηλώνουμε την αντίθεσή μας σε αυτή την ιδιωτική κλοπή του δημοσίου πολιτισμού.

    Πρέπει να πάρουμε την πληροφορία, όπου κι αν είναι αποθηκευμένη, να κάνουμε αντίγραφα και να τα μοιραστούμε με τον κόσμο. Πρέπει οτιδήποτε δεν καλύπτεται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας να τα αρχειοθετήσουμε. Πρέπει να αγοράσουμε μυστικές βάσεις δεδομένων και να τις βάλουμε στον παγκόσμιο ιστό. Θα χρειαστεί να κατεβάσετε επιστημονικά περιοδικά και να τα ανεβάσετε σε δίκτυα κοινής χρήσης. Πρέπει να αγωνιστούμε σε αντάρτικο για την ανοιχτή πρόσβαση.

    Με αρκετούς από εσάς, σε όλο τον κόσμο, δεν θα στείλουμε μόνο ένα ισχυρό μήνυμα αντίθεσης στην ιδιωτικοποίηση της γνώσης – θα το κάνουμε παρελθόν. Θα έρθετε μαζί μας;

    Aaron Swartz

    Ιούλιος 2008, Eremo, Ιταλία

    Posted in Ανοικτή Διακυβέρνηση, Ανοικτό Λογισμικό, Γνωστικός Καπιταλισμός, Ελεύθερη Πρόσβαση, Ελλάδα & Ομότιμο Κίνημα, Κοινά (Commons), Οικονομία, Πολιτική | No Comments »

    Αντιπροσωπεύει η ομότιμη παραγωγή μια ριζοσπαστική ρήξη με τον καπιταλισμό;

    photo of Γιώργος Παπανικολάου

    Γιώργος Παπανικολάου
    5th January 2013


    Πρόκειται για απόσπασμα από το κείμενο του Jakob Rigi “Η ομότιμη παραγωγή ως εναλλακτική στον καπιταλισμό: ένας νέος κομμουνιστικός ορίζοντας” που δημοσιεύθηκε στα Αγγλικά στο Journal of Peer Production, μεταφράστηκε στα Ελληνικά από τον Γιώργο Παντελαίο και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Δράση.

    ———————————————————————————————————-

    Ριζική ρήξη με τον καπιταλισμό

    Ενώ πρακτικά και εμπειρικά ο ομότιμος τρόπος παραγωγής εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την επίδραση του καπιταλισμού και να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτόν (η αγορά ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλων υλικών και υπηρεσιών, καθώς και η χρήση των υποδομών του), η λογική του έρχεται σε ριζική αντίθεση με αυτήν του κεφαλαίου. Περιέγραψα εν συντομία παραπάνω σημαντικές πτυχές της ομότιμης παραγωγής που συμφωνούν με την κατανόηση του Μαρξ για τον κομμουνισμό. Όλες αυτές οι πτυχές έρχονται σε αντίθεση με τη λογική του κεφαλαίου. Εδώ θα αποδείξω πώς η λογική της ομότιμης παραγωγής έρχεται σε βαθιά αντίθεση με τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας, επειδή ο καταμερισμός της εργασίας είναι το βασικό στοιχείο κάθε τρόπου παραγωγής. Επιτρέψτε μου να τονίσω ότι στην ομότιμη παραγωγή έχουμε κατανομή της εργασίας και όχι καταμερισμό της εργασίας (Weber, 2004). Οι τρόποι συνεργασίας στην ομότιμη παραγωγή και η διανομή των προϊόντων καθιστούν περιττό τον καπιταλιστικό μικροκαταμερισμό (καταμερισμός εντός ξεχωριστών μονάδων παραγωγής) και μακροκαταμερισμό (καταμερισμός ανάμεσα σε διαφορετικές μονάδες) της εργασίας.

    Ομότιμη παραγωγή και ο καπιταλιστικός μικροκαταμερισμός της εργασίας

    Στο επίπεδο της επιχείρησης, η καπιταλιστική διαχείριση επιβάλλει στους εργαζομένους τον τεχνικό καταμερισμό της εργασίας. Οι καπιταλιστές (ή οι διευθυντές που διορίζουν) συγκεντρώνουν τους εργάτες μαζί κάτω από την ίδια στέγη και τους βάζουν σε συγκεκριμένες θέσεις στην παραγωγική γραμμή του καταμερισμού της εργασίας υπό τη διεύθυνσή τους. Η συνεργασία μεταξύ των εργαζομένων είναι προϊόν του κεφαλαίου (Μαρξ, 1976). Η εφεύρεση των μηχανών τελειοποίησε τον τεχνικό καταμερισμό της εργασίας και οδήγησε στον τεϋλορισμό, στον οποίο το κεφάλαιο, με τη χρήση επιστημονικών μεθόδων, καθιέρωσε ένα πλήρες δεσποτικό σύστημα πάνω στους εργάτες (Braverman, 1974). Οι μελετητές του μεταφορντισμού υποστηρίζουν ότι ο μεταφορντισμός έχει ξεπεράσει τον τεϋλορισμό με την ενίσχυση των δεξιοτήτων των εργατών και τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων (Amin, 1994). Παρόμοιοι ισχυρισμοί έχουν γίνει επίσης και για τη λεγόμενη ιαπωνοποίηση (Kaplinsky, 1988). Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι στην καλύτερη περίπτωση αμφιλεγόμενοι (Castells, 2010/1996). Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο τεϋλορισμός εξακολουθεί να είναι η κυρίαρχη μορφή οργάνωσης της εργασιακής διαδικασίας (Tomaney, 1994˙ Huws, 2003). Ανεξάρτητα από την εγκυρότητα της υπόθεσης του μεταφορντισμού, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι οι εργάτες ακόμα κατανέμονται σε κλειστούς χώρους και τους διαχειρίζονται δεσποτικά οι αντιπρόσωποι του κεφαλαίου. Αν και μια μικρή επίλεκτη ομάδα εργατών μπορεί να απολαμβάνει μερική αυτονομία, το σύνολο των εργασιακών διαδικασιών ελέγχεται κεντρικά από διευθυντές οι οποίοι ενσωματώνουν την εργασία ξεχωριστών εργατών σε μια συνολική συνεργατική διαδικασία εργασίας. Ο Andre Gorz (1999: κεφάλαιο 2), υπέρμαχος της υπόθεσης του μεταφορντισμού, λέει ότι ο μεταφορντισμός έχει αντικαταστήσει τον απρόσωπο και μηχανοποιημένο δεσποτισμό του τεϋλορισμού με νέες μορφές ατομικής υποδούλωσης. Οι μεμονωμένοι παραγωγοί δεν επιλέγουν τις εργασίες τους ή το ρυθμό, την ώρα και τον τόπο της εργασίας τους. Με άλλα λόγια, η διαδικασία της εργασίας είναι τόσο τοπικά όσο και χρονικά ενταγμένη σε ένα «μικροχώρο». Υπό την έννοια αυτή, η αντίθεση με την ομότιμη παραγωγή δε θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Στη συνεργασία της ομότιμης παραγωγής οι διαδικασίες εργασίας τόσο χρονικά όσο και τοπικά είναι ανεξάρτητες σε παγκόσμιο επίπεδο από κάποιο χώρο.

    Η όλο και πιο περίπλοκη ανάπτυξη των ιεραρχικών μικροκαταμερισμών της εργασίας, η οποία ήταν σημαντικός παράγοντας για την αύξηση της παραγωγικότητας της βιομηχανικής εργασίας, αποτελεί εμπόδιο για την παραγωγικότητα της γνωστικής εργασίας. Ο Brook (1975) απέδειξε ότι σε μια κεντρική οργάνωση η αύξηση του αριθμού των μηχανικών που εργάζονται σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα λογισμικού μειώνει την απόδοση δημιουργώντας περιττές περιπλοκές με εκθετικό ρυθμό. Ο Raymond (2001) έδειξε ότι αυτό δεν ισχύει για την αποκεντρωμένη δικτυακή συνεργασία της ομότιμης παραγωγής. Εδώ η αύξηση του αριθμού των εργατών αυξάνει την απόδοση και βελτιώνει το προϊόν. Η υπόθεση αυτή μπορεί να ισχύει για όλες τις μορφές της γνωστικής παραγωγής.

    Η online εθελοντική συνεργασία που βασίζεται σε δίκτυο ανατρέπει τη λογική της προς τα κάτω καπιταλιστικής διαχείρισης, η οποία είναι και η λογική του καπιταλιστικού κράτους. Ωστόσο, υπάρχει μια μορφή «κεντρικού» ελέγχου στην ομότιμη παραγωγή. Η ανάπτυξη του κάθε έργου ελέγχεται τελικά από το άτομο ή τα άτομα που θα το ξεκινήσει ή θα το ξεκινήσουν στο διαδίκτυο. Στα σταυροδρόμια έχουν τον τελευταίο λόγο, αν και υπάρχει χώρος για εκτενείς συζητήσεις. Ωστόσο, αν οι άλλοι δεν είναι ευχαριστημένοι με τις αποφάσεις που λαμβάνονται από την «ηγεσία», έχουν το δικαίωμα να πάρουν όλο το έργο και να το αναπτύξουν στην κατεύθυνση που επιθυμούν. Είναι ανάγκη να εξεταστεί με κριτικό πνεύμα αν αυτή η μορφή της «συγκέντρωσης» είναι επίδραση του εξωτερικού καπιταλιστικού περιβάλλοντος ή εγγενές χαρακτηριστικό της ομότιμης παραγωγής (O’Neil, 2009).

    Ομότιμη παραγωγή και ο καπιταλιστικός μακροκαταμερισμός της εργασίας

    Στον καπιταλιστικό μακροκαταμερισμό της εργασίας, οι διαφορετικές μονάδες παραγωγής δεν αλληλοσυνδέονται αμέσως αλλά μέσω της διαμεσολάβησης της αγοράς. Οι εργάτες ανταλλάσσουν την εργασία τους με αμοιβή και τα προϊόντα της εργασίας τους γίνονται εμπορεύματα που ανήκουν σε καπιταλιστές και πωλούνται στην αγορά. Μόνο με αυτόν τον τρόπο οι εργασίες των άμεσων παραγωγών από διάφορες μονάδες και κλάδους παραγωγής αλληλοσυνδέονται και γίνονται μέρη της συνολικής κοινωνικής εργασίας της κοινωνίας. Η κάθε μονάδα παραγωγής γίνεται συστατικό στοιχείο του συνολικού καπιταλιστικού μακροκαταμερισμού της εργασίας στο βαθμό που παράγει εμπορεύματα που πωλούνται (Μαρξ 1978). Αντίθετα, τα προϊόντα της ομότιμης παραγωγής είναι κυρίως παγκόσμια κοινά αγαθά.

    Παρά το γεγονός ότι η γενική δημόσια άδεια επιτρέπει την πώληση των προϊόντων, είναι κοινή λογική ότι κανείς δεν πληρώνει για ένα προϊόν το οποίο είναι διαθέσιμο δωρεάν. Η εμπορική χρήση των προϊόντων της ομότιμης παραγωγής δεν τα κάνει εμπορεύματα, επειδή ο χρήστης δεν πληρώνει για αυτά και επομένως δεν καταγράφουν το κόστος του εμπορεύματος. Από αυτό προκύπτει ότι ο συνολικός μόχθος που ξοδεύεται παγκοσμίως σήμερα για τις διάφορες μορφές της ομότιμης παραγωγής είναι εκτός του καπιταλιστικού κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και τον οριοθετεί. Στην παρούσα φάση, η ομότιμη παραγωγή οριοθετείται επίσης από την εμπορευματική μορφή, καθώς μεγάλα τμήματα των μέσων παραγωγής είναι εμπορεύματα και οι συντελεστές της ομότιμης παραγωγής πρέπει να κερδίσουν χρήματα. Ωστόσο, μια πλήρως αναπτυγμένη κοινωνία ομότιμης παραγωγής δεν είναι συμβατή με χρήματα και εμπόρευμα. Η εμπορευματική μορφή εξ ορισμού οριοθετεί τις ελευθερίες που εγγυάται η γενική δημόσια άδεια. (Στο σημείο αυτό μπορεί επίσης να φτάσει κανείς με τη χρήση της μαρξιστικής θεωρίας της αξίας. Ωστόσο αυτό απαιτεί μεγάλη επιχειρηματολογία για την οποία δεν υπάρχει εδώ χώρος).

    Για να συνοψίσουμε, οι παραγωγικές δυνάμεις του πληροφοριακού τεχνολογικού υποδείγματος σε συνδυασμό με την αποκεντρωμένη μορφή συνεργασίας βάσει δικτύου, την απουσία μισθωτής εργασίας, την εθελοντική συνεισφορά, και τη μορφή των προϊόντων που είναι κοινά για όλους αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά του ομότιμου τρόπου παραγωγής. Παρά το γεγονός ότι ο ομότιμος τρόπος παραγωγής είναι ακόμα στα πρώτα του βήματα, η λογική του είναι σαφώς διαφορετική από εκείνη του καπιταλισμού και έχει δημιουργηθεί ως απάντηση στις απαιτήσεις των νέων παραγωγικών δυνάμεων. Επομένως δύσκολα μπορεί να υπερεκτιμηθεί η ιστορική του σημασία, η επιτακτικότητά του και η καινοτομία του. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι εμπόδιο για την υλοποίηση των δυνατοτήτων της γνώσης στην εποχή του διαδικτύου. Περιορίζει την ανθρώπινη δημιουργικότητα και γενικότερα την ανάπτυξη των εργατών της γνώσης. Συνεπώς δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ένα τμήμα των εργατών της γνώσης έχει επαναστατήσει ενάντια στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής με την εμφάνιση της ομότιμης παραγωγής. Όπως υποστηρίζει ο Söderberg (2008), αυτό αποτελεί μορφή ταξικής πάλης.

    Η σχέση του ομότιμου τρόπου παραγωγής με τον καπιταλισμό

    Η νέα κοινωνική παραγωγή αποτελείται από νησιά στη θάλασσα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η σχέση αυτών των δύο, όπως τονίστηκε ανωτέρω, είναι σχέση αμοιβαίας εξάρτησης και ανταγωνισμού. Η κοινωνική παραγωγή εξαρτάται από τον καπιταλισμό για την απόκτηση κάποιων μέσων παραγωγής και των μισθών των συνεργατών της, ενώ ο καπιταλισμός από την άλλη πλευρά χρησιμοποιεί δωρεάν τα κοινά αγαθά της κοινωνικής παραγωγής.

    Οι μαρξιστές διακρίνουν μεταξύ του τρόπου παραγωγής και του κοινωνικού σχηματισμού. Ο κοινωνικός σχηματισμός είναι ένα ολοκληρωμένο κοινωνικοοικονομικό, ιδεολογικό/πολιτισμικό σύστημα. Μπορεί να αποτελείται από περισσότερους τους ενός τρόπους παραγωγής. Ωστόσο, ένας τρόπος παραγωγής υπερισχύει έναντι των άλλων και οι επιταγές του καθορίζουν τα γενικά χαρακτηριστικά του κοινωνικού σχηματισμού. Με αυτήν την έννοια μπορούμε να θεωρήσουμε τους φεουδαρχικούς και καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς διαφορετικούς από τους φεουδαρχικούς και καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Παρά το γεγονός ότι ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής υπερισχύει έναντι άλλων τρόπων παραγωγής, δεν μπορεί να διαγράψει τις συγκεκριμένες λογικές τους. Η συνεχής ένταση και αλληλεξάρτηση μεταξύ του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής και των δευτερευόντων κάνουν τους κοινωνικούς σχηματισμούς δυναμικά, άνισα και σύνθετα φαινόμενα.

    Ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός έχει περάσει από τρεις μερικώς αλληλεπικαλυπτόμενες φάσεις: την αναδυόμενη, την κυρίαρχη και τη φθίνουσα. Στην αναδυόμενη φάση (1850-1950), ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής υπερίσχυε έναντι του φεουδαρχικού και του οικιακού τρόπου παραγωγής καθώς και άλλων τρόπων παραγωγής πριν από τον καπιταλιστικό σε όλον τον κόσμο, αποσπώντας εργατικά χέρια και αξία από αυτούς (Mandel, 1972: κεφάλαιο 2). Στη δεύτερη φάση (1950-1980), ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής διέβρωσε βαθιά τους τρόπους παραγωγής που ήταν προγενέστεροι του καπιταλιστικού και τους αντικατέστησε με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Ο καπιταλισμός επεκτάθηκε τόσο εντατικά (διεισδύοντας σε νέους τομείς παραγωγικής δραστηριότητας όπως οι υπηρεσίες) όσο και εκτατικά (κατακτώντας όλον τον κόσμο). Η τρίτη φάση (1980-και μετά) χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση του πληροφοριακού τεχνολογικού υποδείγματος και του κοινωνικού τρόπου παραγωγής εντός του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού. Η περίοδος αυτή έχει περιγραφεί με όρους όπως «δικτυακή κοινωνία» (Castells, 2010/1997), «αυτοκρατορία» (Hardt και Negri, 2000), κ.λπ.

    Παρά το γεγονός ότι ο ομότιμος τρόπος παραγωγής εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την επίδραση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η θέση του έναντι του καπιταλισμού είναι διαφορετική από εκείνη των τρόπων παραγωγής πριν από τον καπιταλιστικό. Ενώ στις δύο πρώτες φάσεις ο καπιταλισμός αντιπροσώπευε τις νέες παραγωγικές δυνάμεις, στην τρίτη φάση η ομότιμη παραγωγή είναι ο νέος και αναδυόμενος τρόπος παραγωγής και ο καπιταλισμός είναι ο φθίνων. Αν υπερισχύσει η ομότιμη παραγωγή έναντι του καπιταλισμού, θα έχουμε την αναδυόμενη φάση του κοινωνικού σχηματισμού της ομότιμης παραγωγής. Δε θέλω να δώσω την εντύπωση ότι η νίκη της ομότιμης παραγωγής απέναντι στον καπιταλισμό είναι είτε ομαλή εξελικτική διαδικασία είτε αναπόφευκτη. Εξαρτάται πλήρως από τους προσανατολισμούς και τις συνέπειες της τρέχουσας κοινωνικής πάλης, ιδιαίτερα του αγώνα των κοινοτήτων με ομότιμη παραγωγή. Καθώς θα ασχοληθώ με το θέμα αυτό στο τελευταίο μέρος, το μέρος που ακολουθεί διερευνά κατά πόσον η τρέχουσα κοινωνική παραγωγή μπορεί να συμπεριληφθεί γενικά στην παραγωγή υλικών αγαθών.

    Posted in Ανοικτό Λογισμικό, Γνωστικός Καπιταλισμός, Ελεύθερο Λογισμικό, Ελλάδα & Ομότιμο Κίνημα, Εργασία, Κοινά (Commons), Οικονομία, Ομότιμη Θεωρία, Ομότιμη Ιδιοκτησία, Ομότιμη Παραγωγή, Πολιτική, Χωρίς κατηγορία | No Comments »

    Τα κοινά ως ένα όραμα μετασχηματισμού – Πέρα από την αγορά και το κράτος

    photo of Γιώργος Παπανικολάου

    Γιώργος Παπανικολάου
    5th January 2013


    Πρόκειται για αναδημοσίευση της εξαιρετικής εισαγωγής των  David Bollier και Silke Helfric στο βιβλίο The Wealth of the Commons που κυκλοφόρησε πρόσφατα μεταφράστηκε από τον Γιώργο Παντελαίο και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δράση

    ——————————————————————————————————-

    Εδώ και γενιές το κράτος και η αγορά έχουν αναπτύξει μια τόσο στενή σχέση συμβίωσης, με αποτέλεσμα τη δημιουργία αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί το δυοπώλιο της αγοράς και του κράτους. Και τα δυο τους είναι έντονα προσηλωμένα σε ένα κοινό όραμα τεχνολογικής προόδου και ανταγωνισμού της αγοράς, μέσα στα πλαίσια ενός φιλελεύθερου και κατ’ όνομα δημοκρατικού πολιτεύματος που περιστρέφεται γύρω από την ελευθερία και τα δικαιώματα του ατόμου. Αγορά και κράτος συνεργάζονται στενά και έχουν χτίσει από κοινού μια ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία -στην πραγματικότητα, μια πολιτική φιλοσοφία και πολιτισμική επιστημολογία- με το κάθε μέρος να παίζει συμπληρωματικό ρόλο για τη θέσπιση των κοινών τους ουτοπικών ιδεωδών της ατέρμονης ανάπτυξης και της ικανοποίησης των καταναλωτών.

    Η αγορά χρησιμοποιεί το σύστημα τιμών και την ιδιωτική διαχείριση ανθρώπων, κεφαλαίων και πόρων για την παραγωγή υλικού πλούτου. Και το κράτος αντιπροσωπεύει τη λαϊκή θέληση και παράλληλα διευκολύνει τη δίκαιη λειτουργία της «ελεύθερης αγοράς». Ή τουλάχιστον έτσι λέει η θεωρία. Λένε ότι το ιδεώδες αυτό του «δημοκρατικού καπιταλισμού» μεγιστοποιεί την ευχαρίστηση των καταναλωτών και ταυτόχρονα διευρύνει τις πολιτικές και οικονομικές ελευθερίες του ατόμου. Αυτό στην πραγματικότητα είναι η ουσία του σύγχρονου δόγματος της «προόδου».

    Ιστορικά η σύμπραξη αγοράς και κράτους υπήρξε εποικοδομητική και για τα δύο μέρη. Οι αγορές έχουν ευδοκιμήσει λόγω της κρατικής παροχής των υποδομών και της εποπτείας των επενδύσεων και της δραστηριότητας των αγορών. Οι αγορές έχουν επίσης επωφεληθεί από την κρατική παροχή πρόσβασης, ελεύθερης ή με μειωμένη τιμή, σε δημόσια δάση, ορυκτά, ραδιοκύματα, έρευνα και άλλους δημόσιους πόρους. Από την πλευρά του, το κράτος, όπως έχει σχεδιαστεί σήμερα, εξαρτάται από την ανάπτυξη της αγοράς ως ζωτικής πηγής φορολογικών εσόδων και θέσεων εργασίας για τους ανθρώπους, καθώς και ως τρόπου αποφυγής της αντιμετώπισης των ανισοτήτων στον τομέα του πλούτου και των κοινωνικών ευκαιριών, που είναι δύο πολιτικά εκρηκτικές προκλήσεις.

    Η χρηματοοικονομική κατάρρευση του 2007-2008 αποκάλυψε ότι η κλασική εξιδανίκευση του δημοκρατικού καπιταλισμού είναι κατά μεγάλο μέρος απάτη. Η «ελεύθερη αγορά» δεν είναι στην πραγματικότητα αυτορυθμιζόμενη και ιδιωτική, αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από δημόσιες παρεμβάσεις, επιδοτήσεις, άμβλυνση του κινδύνου και νομικά προνόμια. Το κράτος, στην πραγματικότητα, δεν αντιπροσωπεύει την κυρίαρχη λαϊκή βούληση και ούτε η αγορά υλοποιεί τις αυτόνομες προτιμήσεις των μικρών επενδυτών και καταναλωτών. Αντίθετα, το σύστημα είναι, κατά το μάλλον ή ήττον, το κλειστό ολιγοπώλιο μιας ελίτ μυημένων. Οι πολιτικές και προσωπικές συνδέσεις μεταξύ των μεγαλύτερων εταιρειών και της κυβέρνησης είναι τόσο εκτεταμένες, ώστε να ισοδυναμούν με συμπαιγνία. Η διαφάνεια είναι ελάχιστη, η ρύθμιση της αγοράς έχει διαφθαρεί από τα συμφέροντα των βιομηχανιών, η λογοδοσία είναι ένα σόου που χειραγωγείται πολιτικά και η αυτοδιάθεση των πολιτών, ως επί το πλείστον, περιορίζεται στην επιλογή του «Γιάννη» ή του «Γιαννάκη» την ώρα της εκλογικής αναμέτρησης.

    Το κράτος σε πολλές χώρες ισοδυναμεί με συνεργάτη φυλετικών ομάδων, μαφιόζικων δομών ή κυρίαρχων εθνοτήτων. Σε άλλες χώρες ισοδυναμεί με τον κατώτερο εταίρο στο έργο των φονταμενταλιστών της εσωτερικής αγοράς. Του καταλογίζουν την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, της απορρύθμισης, των περικοπών του προϋπολογισμού, επεκτατικών δικαιωμάτων επί της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της απρόσκοπτης επένδυσης κεφαλαίων. Το κράτος παρέχει τη χρήσιμη βιτρίνα νομιμότητας και δέουσας διαδικασίας για την ατζέντα της αγοράς, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ιδιωτικό κεφάλαιο έχει καταπνίξει τα δημοκρατικά συμφέροντα που δε σχετίζονται με τις αγορές. Η κρατική παρέμβαση για τον περιορισμό των υπερβολών της αγοράς είναι γενικά αναποτελεσματική και κατευναστική. Εξάλλου, δεν έρχεται σε επαφή με το βαθύτερο πρόβλημα. Ενεργεί μάλλον για να νομιμοποιήσει τις διαδικασίες και τις αρχές της αγοράς. Κατά συνέπεια, οι δυνάμεις της αγοράς κυριαρχούν στις περισσότερες ημερήσιες διατάξεις. Στις ΗΠΑ, οι εταιρείες έχουν αναγνωριστεί ακόμη και ως νομικά «πρόσωπα» που δικαιούνται να δίνουν απεριόριστα ποσά χρημάτων στους πολιτικούς υποψηφίους.

    Η υπόθεση ότι το κράτος μπορεί να παρεμβαίνει και θα παρεμβαίνει, για να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των πολιτών δεν είναι πλέον αξιόπιστη. Το κράτος, ανίκανο να κυβερνά μακροχρόνια, αιχμαλωτισμένο από εμπορικά συμφέροντα και μπλοκαρισμένο από δυσκίνητες γραφειοκρατικές δομές στην εποχή των γρήγορων ηλεκτρονικών δικτύων, είναι αναμφισβήτητα ανήμπορο να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών στο σύνολό τους. Το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι ότι οι μηχανισμοί και οι διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν αποτελούν πλέον αξιόπιστο όχημα για την αλλαγή που χρειαζόμαστε. Ο συμβατικός πολιτικός λόγος, από τη στιγμή που και ο ίδιος είναι ένα γερασμένο δημιούργημα μιας άλλης εποχής, αδυνατεί να κατονομάσει τα προβλήματά μας, να φανταστεί εναλλακτικές λύσεις και να αναμορφώσει τον εαυτό του.

    Αυτή είναι πραγματικά η αιτία που τα κοινά αγαθά (ή απλώς τα κοινά) έχουν αυτόν το δυνητικά μετασχηματιστικό ρόλο να παίξουν. Πρόκειται για λόγο (δηλαδή, γλώσσα) που ξεπερνά και ανακατασκευάζει τις κατηγορίες της επικρατούσας πολιτικής και οικονομικής τάξης. Μας προσφέρει μια νέα κοινωνικά κατασκευασμένη τάξη εμπειρίας, μια στοιχειώδη πολιτική κοσμοθεωρία και μια πειστική θεωρία. Τα κοινά προσδιορίζουν τις σχέσεις που πρέπει να έχουν σημασία και παραθέτουν μια διαφορετική λειτουργική λογική. Επικυρώνουν καινούργια συστήματα ανθρώπινων σχέσεων, παραγωγής και διακυβέρνησης. Θα μπορούσε να δοθεί η ονομασία «κοινοκυβέρνηση» ή η διακυβέρνηση των κοινών.

    Τα κοινά μάς παρέχουν τη δυνατότητα να κατονομάσουμε μια νέα τάξη πραγμάτων και στη συνέχεια να βοηθήσουμε στη δημιουργία της. Χρειαζόμαστε μια καινούργια γλώσσα που δεν αναπαράγει ύπουλα τις παραπλανητικές μυθοπλασίες της παλιάς τάξης, όπως, για παράδειγμα, ότι η ανάπτυξη της αγοράς θα επιλύσει τελικά τα κοινωνικά μας δεινά ή ότι η ρύθμιση της αγοράς θα περιορίσει τις πολλαπλασιαζόμενες οικολογικές ζημίες του κόσμου. Χρειαζόμαστε νέο λόγο και νέες κοινωνικές πρακτικές που θα στηρίζουν μια νέα μεγάλη θεωρία, ένα διαφορετικό σύνολο από λειτουργικές αρχές και μια αποτελεσματικότερη τάξη διακυβέρνησης. Η αναζήτηση τέτοιου λόγου δεν είναι φαντασιόπληκτη ιδιοτροπία˙ είναι απόλυτη αναγκαιότητα. Και, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος για τη δημιουργία νέας τάξης. Οι λέξεις διαμορφώνουν τον κόσμο. Με τη χρήση μιας καινούργιας γλώσσας, της γλώσσας των κοινών, αρχίζουμε αμέσως να δημιουργούμε καινούργιο πολιτισμό. Μπορούμε να διεκδικήσουμε μια νέα τάξη σχεδιασμού και διαχείρισης των πόρων, σωστού τρόπου ζωής, κοινωνικών προτεραιοτήτων και συλλογικού εγχειρήματος.

    Η μετασχηματιστική γλώσσα των κοινών

    Η καινούργια αυτή γλώσσα μάς διορίζει διαδραστικούς παράγοντες μεγαλύτερων συλλογικοτήτων. Η συμμετοχή μας σε αυτά τα μεγαλύτερα σύνολα (τοπικές κοινότητες, ομάδες συνάφειας σε άμεση σύνδεση [online], διαγενεακές παραδόσεις [δηλαδή, παραδόσεις στις οποίες εμπλέκονται διαφορετικές γενιές ανθρώπων]) δεν εξαφανίζει την ατομικότητά μας, αλλά σίγουρα διαμορφώνει τις προτιμήσεις, τις αντιλήψεις, τις αξίες και τη συμπεριφορά μας: ποιοι είμαστε. Μια βασική αποκάλυψη του τρόπου σκέψης που βασίζεται στα κοινά είναι ότι εμείς, η ανθρωπότητα, στην πραγματικότητα δεν είμαστε απομονωμένα, χωριστά άτομα˙ δεν είμαστε αμοιβάδες χωρίς ανθρώπινη επενέργεια πέρα από ηδονιστικές «προτιμήσεις για χρήσιμα πράγματα» που βρίσκουν έκφραση στην αγορά.

    Όχι. Είμαστε «χρήστες κοινών αγαθών»: δημιουργικά, ξεχωριστά άτομα που εντασσόμαστε σε μεγαλύτερα σύνολα. Μπορεί ο καθένας μας να έχει πολλά απωθητικά ανθρώπινα γνωρίσματα που τροφοδοτούνται από τους φόβους και το εγώ του, αλλά είμαστε και πλάσματα με πλήρη ικανότητα για αυτοοργάνωση και συνεργασία, με ενδιαφέρον για εντιμότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, καθώς και με τη θέληση να προβούμε σε θυσίες για το μεγαλύτερο καλό και για τις μελλοντικές γενιές.

    Μιας και έχει ενταθεί η διαφθορά του δυοπώλιου αγοράς και κράτους, διακυβεύεται η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για τον εντοπισμό προβλημάτων και για τον οραματισμό λύσεων. Οι παγίδες και οι απάτες που διαπλέκονται μέσα στην επικρατούσα πολιτική μας γλώσσα έχουν βαθιές ρίζες. Παραδείγματος χάριν, δυϊσμοί όπως «δημόσιος» και «ιδιωτικός», «κράτος» και «αγορά», «φύση» και «πολιτισμός» θεωρούνται αυτονόητοι. Καθώς είμαστε κληρονόμοι του Καρτέσιου, έχουμε συνηθίσει να διαφοροποιούμε το «υποκειμενικό» από το «αντικειμενικό» και το «ατομικό» από το «συλλογικό» ως έννοιες διαμετρικά αντίθετες. Αλλά αυτές οι διαμετρικά αντίθετες έννοιες είναι λεξιλογικές κληρονομιές που είναι όλο και πιο ακατάλληλες, γιατί στην πραγματικότητα τα δύο άκρα της διαμέτρου καθίστανται δυσδιάκριτα, καθώς εισχωρεί και μπλέκεται το ένα στο άλλο. Κι όμως εξακολουθούν να επιδρούν βαθιά στον τρόπο που σκεφτόμαστε για τα σύγχρονα προβλήματα και στο φάσμα των λύσεων που θεωρούμε αξιόπιστες.

    Αυτές οι κατηγορίες του «είτε το ένα, είτε το άλλο» και οι αντίστοιχες λέξεις που χρησιμοποιούμε έχουν εκτελεστική δύναμη: δημιουργούν τον κόσμο. Την ίδια στιγμή που σταματάμε να μιλάμε για επιχειρησιακά μοντέλα, για αποτελεσματικότητα και για κερδοφορία σαν να είναι κορυφαίες προτεραιότητες, σταματάμε και να βλέπουμε τον εαυτό μας ως τον «homo economicus» και ως αντικείμενα που τα χειρίζονται κάποια λογιστικά φύλλα του υπολογιστή. Αρχίζουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας ως χρήστες κοινών αγαθών σε σχέση με τους άλλους, με κοινή ιστορία και κοινό μέλλον. Αρχίζουμε να δημιουργούμε έναν πολιτισμό σχεδιασμού, διαχείρισης και συνυπευθυνότητας των πόρων για τα κοινά μας αγαθά, ενώ την ίδια στιγμή υπερασπίζουμε και τα μέσα για τη συντήρησή μας.

    Τα κοινά μάς βοηθούν να αναγνωρίσουμε, να εκμαιεύσουμε και να ενισχύσουμε τις τάσεις αυτές. Μας προκαλούν να ξεπεράσουμε τους παρωχημένους δυϊσμούς και τις πεπαλαιωμένες μηχανιστικές νοοτροπίες. Μας ζητούν να σκεφτούμε τον κόσμο με πιο φυσικούς, ολιστικούς και μακροπρόθεσμους τρόπους. Ο καθένας μας βλέπει ότι η προσωπική του ανέλιξη εξαρτάται από την ανέλιξη των άλλων και η δική τους από τη δική του. Βλέπουμε ότι επηρεάζουμε και βοηθάμε αμοιβαία ο ένας τον άλλον ως μέρος ενός μεγαλύτερου ολιστικού και κοινωνικού οργανισμού. Η θεωρία της πολυπλοκότητας έχει προσδιορίσει απλές αρχές που διέπουν τη συνεξέλιξη των ειδών μέσα σε σύνθετα οικοσυστήματα. Τα κοινά παίρνουν αυτά τα μαθήματα στα σοβαρά και ισχυρίζονται ότι εμείς, οι άνθρωποι, εξελισσόμαστε ο ένας μαζί με τον άλλον και παράγουμε ο ένας τον άλλον. Δεν υπάρχουμε σε κατάσταση μεγάλης απομόνωσης από τους συνανθρώπους μας και τη φύση. Ο μύθος του «αυτοδημιούργητου ανθρώπου» που υμνολογεί η κουλτούρα της αγοράς είναι γελοίος, μια αυταπάτη με την οποία συγχαίρουμε τον εαυτό μας και η οποία αρνείται τον κρίσιμο ρόλο που παίζει η οικογένεια, η κοινότητα, τα δίκτυα, οι θεσμοί και η φύση στο χτίσιμο του κόσμου μας.

    Πολλές από τις παθολογίες της σύγχρονης οικονομίας είναι χτισμένες πάνω σε αυτό το βαθύ υπόστρωμα της λανθασμένης γλώσσας. Ή ακριβέστερα οι ελιτιστές φύλακες της αγοράς και του κράτους το βρίσκουν χρήσιμο να χρησιμοποιούν τέτοιες παραπλανητικές κατηγορίες. Η ανώνυμη εταιρεία στις ΗΠΑ και σε πολλές άλλες χώρες, για παράδειγμα, αρέσκεται να παρουσιάζει τον εαυτό της ως «ιδιωτικό» πρόσωπο που περιφέρεται πάνω από ένα μεγάλο μέρος του πραγματικού κόσμου και των προβλημάτων του. Ο σκοπός της είναι απλώς η ελαχιστοποίηση των εξόδων της, η μεγιστοποίηση των πωλήσεών της, και επομένως, η απόκτηση κερδών για τους επενδυτές της. Αυτό είναι το θεσμικό της DNA. Έχει σχεδιαστεί να αγνοεί τις αμέτρητες κοινωνικές και περιβαλλοντικές ζημίες (οι οποίες περιγράφονται από τους οικονομολόγους με τον ευπρεπή όρο «εξωτερικοί παράγοντες») και να επιδιώκει αδυσώπητα την αιώνια ανάπτυξη.

    Κι έτσι, η γλώσσα του καπιταλισμού επικυρώνει ένα ορισμένο σύνολο από σκοπούς και σχέσεις εξουσίας και το προβάλλει στο θέατρο του νου μας. Οι αυταπάτες της ατέλειωτης ανάπτυξης και κατανάλωσης κωδικοποιούνται μέσα στην ίδια την επιστημολογία της γλώσσας μας και εσωτερικεύονται από τους ανθρώπους. Μόλις πρόσφατα κατάλαβαν οι μεγάλες μάζες των ανθρώπων τις ανησυχητικές συνέπειες στον πραγματικό κόσμο αυτού του πολιτισμικού μοντέλου και τρόπου σκέψης: μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία αφιερωμένη στην πρόταση ότι οι άνθρωποι πρέπει επ’ αόριστον να εκμεταλλεύονται, να μετατρέπουν σε χρήμα και να αφαιρούν ένα πεπερασμένο σύνολο φυσικών πόρων (πετρέλαιο, ορυκτά, δάση, αλιεία, νερό). Η αύξηση του «peak oil» (δηλαδή, η κορύφωση της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου έπειτα από την οποία η παραγωγή θα μειωθεί) και η υπερθέρμανση του πλανήτη (για να μην αναφέρουμε άλλες πτωτικές τάσεις σε οικοσυστήματα) δείχνουν ότι το όραμα αυτό είναι μια φαντασίωση με χρονικούς περιορισμούς. Η φύση έχει πραγματικά όρια. Το δράμα της επόμενης δεκαετίας θα περιστρέφεται γύρω από το αν είναι σε θέση ο καπιταλισμός να αρχίσει να αναγνωρίζει και να σέβεται τα εγγενή αυτά όρια.

    Η συλλογιστική βάση του «δημοκρατικού καπιταλισμού» επεκτείνεται στις πληροφορίες καθώς και στον πολιτισμό. Αλλά εδώ, προκειμένου να αποσπάσει το μέγιστο κέρδος από άυλα στοιχεία (λέξεις, μουσική, εικόνες), η λογική έχει αντιστραφεί. Στη θέση της μεταχείρισης ενός πεπερασμένου πόρου (της φύσης) ως αιώνιου και χωρίς τιμή, εδώ η ανώνυμη εταιρεία απαιτεί να γίνει πεπερασμένος και σπάνιος ένας ουσιαστικά ανεξάντλητος πόρος (ο πολιτισμός και οι πληροφορίες). Αυτός είναι ο κύριος σκοπός της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής και των όρων των πνευματικών δικαιωμάτων και του δικαίου περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας: να καταστήσει τις πληροφορίες και τον πολιτισμό τεχνηέντως σπάνια, έτσι ώστε να μπορεί στη συνέχεια να τα αντιμετωπίζει ως ιδιωτική ιδιοκτησία και να τα πουλά. Η επιτακτική αυτή ανάγκη έχει γίνει περισσότερο έντονη τώρα που οι ψηφιακές τεχνολογίες έχουν κάνει την αναπαραγωγή των πληροφοριών και των δημιουργικών έργων εύκολη και στην ουσία ελεύθερη (δωρεάν) και με τον τρόπο αυτόν έχουν υπονομεύσει τα συνήθη επιχειρησιακά μοντέλα που έχουν κάνει τα βιβλία, τις ταινίες και τη μουσική τεχνηέντως σπάνια.

    Τα κοινά –ένα όχημα για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του καθενός με πάνω-κάτω δίκαιο τρόπο– τα οικειοποιούνται και τα αποσυναρμολογούν, για να εξυπηρετήσουν μια μηχανή παγκόσμιας αγοράς η οποία αντιμετωπίζει τη φύση σαν άλογο εμπόρευμα. Οι χρήστες των κοινών αγαθών γίνονται απομονωμένα άτομα. Οι κοινότητες των χρηστών αυτών κατακερματίζονται και αναδιαμορφώνονται ως στρατιές καταναλωτών και εργαζομένων. Οι πόροι των κοινών, τα οποία δεν ανήκουν σε κανέναν, γίνονται πρώτες ύλες για παραγωγή και πώληση στην αγορά και, αφού έχει μετατραπεί σε χρήμα μέχρι και η τελευταία σταγόνα τους, τα αναπόφευκτα απόβλητα της αγοράς τα πετάνε πίσω στα κοινά. Την κυβέρνηση τη στέλνουν για να «καθαρίσει» τους «εξωτερικούς παράγοντες», έργο που εκτελείται μόνο παράτυπα, γιατί έτσι υποβοηθούνται οι νεοφιλελεύθερες προτεραιότητες.

    Η κανονική λειτουργία Της Οικονομίας απαιτεί τη διαρκή, αν όχι την επεκτεινόμενη, οικειοποίηση των πόρων που ηθικά ή νομικά ανήκουν σε όλους. Η Οικονομία απαιτεί τη μετατροπή όλων των πόρων σε εμπορεύσιμα αγαθά. Η περίφραξη των κοινόχρηστων γεωργικών και κτηνοτροφικών χώρων είναι μια ευγενώς ύπουλη διεργασία. Κατά κάποιον τρόπο πρέπει μια πράξη απαλλοτρίωσης και λεηλασίας να τεθεί σε νέο πλαίσιο ως νόμιμη πρωτοβουλία κοινής λογικής για την προώθηση της ανθρώπινης προόδου. Για παράδειγμα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι προωθεί την ανάπτυξη του ανθρώπου μέσω του ελεύθερου εμπορίου, είναι ουσιαστικά ένα σύστημα για την κατάσχεση μη αγοραίων πόρων από τις κοινότητες, τη λήστευση ανθρώπων και την εκμετάλλευση εύθραυστων οικοσυστημάτων, με την πλήρη συγκατάθεση του διεθνούς και εσωτερικού δικαίου. Το επίτευγμα αυτό απαιτεί έναν εξαιρετικά περίπλοκο νομικό και τεχνικό μηχανισμό, μαζί με διανοουμενίστικες δικαιολογίες και πολιτική στήριξη. Η διεργασία της περίφραξης των χώρων αυτών πρέπει να γίνει περίπλοκη και μυστηριώδης μέσω κάθε είδους προπαγάνδας, δημόσιων σχέσεων και αφομοίωσης των διαφωνούντων. Η διεργασία έχει κρίσιμη σημασία για την προσπάθεια της ιδιωτικοποίησης των μορφών της ζωής, της αντικατάστασης με μονοκαλλιέργειες των εδαφών αυτών όπου υπάρχει βιοποικιλότητα, της λογοκρισίας και του ελέγχου διαδικτυακού περιεχομένου, της κατάσχεσης υπόγειων υδάτων για τη δημιουργία ιδιόκτητου εμφιαλωμένου νερού, της οικειοποίησης της γνώσης και του πολιτισμού ιθαγενών λαών, και της μετατροπής αυτοαναπαραγόμενων γεωργικών καλλιεργειών σε στείρους ιδιόκτητους σπόρους που πρέπει να τους αγοράζει κανείς ξανά και ξανά.

    Μέσα από τέτοιες διεργασίες έχει κατασκευαστεί η ιδέα «Της Οικονομίας», πλήρης δυϊσμών σχετικά με το τι έχει σημασία (πράγματα που έχουν κάποια τιμή ή επηρεάζουν τις τιμές) και τι δεν έχει σημασία (πράγματα που έχουν εγγενή, ποιοτική, ηθική ή υποκειμενική αξία). Με την πάροδο του χρόνου, Η Οικονομία έχει φτάσει να θεωρείται παγκόσμιο, ανιστορικό (δηλαδή, άσχετο με την ιστορία, την ιστορική εξέλιξη ή την παράδοση), εντελώς φυσικό φαινόμενο, ένας τρομακτικός Μολώχ που κατά κάποιον τρόπο προϋπάρχει της ανθρωπότητας και υπάρχει πέρα από τον έλεγχο του καθενός. Αυτή η εικόνα αρχίζει να εκφράζει τον εφιάλτη της περίφραξης των κοινόχρηστων γεωργικών και κτηνοτροφικών χώρων που ταλανίζει τόσο μεγάλο μέρος του κόσμου, ενός κόσμου όπου οι φυσικές οικολογικές διεργασίες, οι κοινότητες και η λαϊκή κουλτούρα δεν τυγχάνουν καμίας νομικής προστασίας ή πολιτισμικού σεβασμού.

    Τα κοινά αγαθά ως γενεσιουργό υπόδειγμα

    Ένας σημαντικός σκοπός των κοινών, λοιπόν, είναι να μας βοηθήσει τόσο να «ξεφύγουμε» από τον κυρίαρχο λόγο (γλώσσα) της οικονομίας της αγοράς, όσο και να αντιπροσωπεύσουμε διαφορετικούς, πιο υγιεινούς τρόπους ύπαρξης. Μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια την αξία του «ανεκχώρητου», της προστασίας από την εμπορευματοποίηση των πάντων. Οι σχέσεις με τη φύση δεν είναι απαραίτητο να βασίζονται στην οικονομία ούτε στην εξόρυξη και εκμετάλλευση αγαθών˙ μπορούν να είναι εποικοδομητικές και αρμονικές. Για τους ανθρώπους του παγκόσμιου Νότου (δηλαδή, των λαών της Αφρικής, της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής καθώς και του μεγαλύτερου μέρους της Ασίας), για τους οποίους τα κοινά είθισται να είναι μάλλον μια ζωντανή καθημερινή πραγματικότητα παρά μια μεταφορά, η γλώσσα των κοινών αποτελεί τη βάση ενός νέου οράματος «ανάπτυξης».

    Αυτόν το ρόλο μπορούν να τον παίξουν τα κοινά, γιατί περιγράφουν μια ισχυρή πρόταση αξιών που την αγνοεί η οικονομία της αγοράς. Ιστορικά, τα κοινά έχουν συχνά θεωρηθεί έρημη γη, «res nullius» (κάτι που δεν ανήκει σε κανέναν), τόπος που δεν έχει κανένα ιδιοκτήτη και καμία αξία. Παρά τη μακρόχρονη κηλίδα της «τραγωδίας» που κουβαλούν πάνω τους τα κοινά, είναι στην πραγματικότητα –εφόσον κατανοούνται σωστά– ιδιαίτερα γενεσιουργά στοιχεία. Δημιουργούν τεράστια αποθέματα αξίας. Το «πρόβλημα» είναι ότι η αξία αυτή δεν μπορεί να μετατραπεί σε ενιαία κλίμακα ισόμετρης εμπορεύσιμης αξίας (δηλαδή, τιμής) και αυτό συμβαίνει μέσα από διαδικασίες που είναι πάρα πολύ διακριτικές, ποιοτικές και μακροπρόθεσμες, ώστε να μπορέσουν να τις καταμετρήσουν οι «μανδαρίνοι» της αγοράς. Τα κοινά τείνουν να εκφράζουν τη γενναιοδωρία τους μέσα από ζώσες ροές κοινωνικής και οικολογικής δραστηριότητας και όχι μέσω πάγιων, μετρήσιμων αποθεμάτων κεφαλαίου και απογραφέντων στοιχείων.

    Επομένως, το γενεσιουργό στοιχείο του σχεδιασμού και της διαχείρισης των κοινών δεν επικεντρώνεται στην κατασκευή πραγμάτων ή την απόκτηση επενδυτικών αποδόσεων, αλλά μάλλον στην εξασφάλιση της επιβίωσή μας, στην ακεραιότητα της κοινότητας, στις συνεχιζόμενες ροές της δημιουργίας αξίας, καθώς και στη δίκαιη διανομή και την υπεύθυνη χρήση αυτών. Οι χρήστες των κοινών αγαθών είναι διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον και δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζουν εκ των προτέρων πώς να συμφωνήσουν με έναν κοινό στόχο ή να τον πετύχουν. Η μόνη πρακτική απάντηση, επομένως, είναι να ανοίξει ο χώρος για έντονο διάλογο και πειραματισμό. Πρέπει να υπάρχει χώρος για δημιουργία κοινών αγαθών, δηλαδή, για κοινωνικές πρακτικές και παραδόσεις που επιτρέπουν στους ανθρώπους να ανακαλύψουν, να καινοτομήσουν και να διαπραγματευτούν νέους τρόπους να κάνουν πράγματα για τον εαυτό τους. Για να εκδηλωθεί το γενεσιουργό στοιχείο των κοινών, χρειάζεται τους «ανοιχτούς χώρους» για την εμφάνιση πρωτοβουλιών από κάτω σε αλληλεπίδραση με τους διαθέσιμους πόρους. Με τον τρόπο αυτόν ο πολίτης και η διακυβέρνηση αναμειγνύονται αρμονικά και αναδιαμορφώνονται.

     

    Posted in P2P βιβλία, Ελλάδα & Ομότιμο Κίνημα, Κοινά (Commons), Οικονομία, Ομότιμη Θεωρία, Ομότιμη Παραγωγή, Πολιτική | No Comments »

     

    Bad Behavior has blocked 217 access attempts in the last 7 days.